Ready Player One, του Πάνου Λιάκου

Δεύτερη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ που βλέπουμε μέσα στο 2018, το Ready Player One κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση από το περισσότερο πολιτικό The Post.

ready player one

Ο αγαπημένος παραμυθάς του Χόλυγουντ επιστρέφει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας- μέσα από το οποίο καθιερώθηκε στη συνείδηση των κινηματογραφόφιλων- προσπαθώντας βέβαια αυτή τη φορά να προσεγγίσει το ύφος του σύγχρονου blockbuster.

Εάν ανατρέξετε σε οποιαδήποτε Ιστορία του Κινηματογράφου θα διαπιστώσετε ότι ο όρος blockbuster πήρε την πλήρη του διάσταση το 1975 όταν χρησιμοποιήθηκε για να περιγραφεί η επιτυχία των Σαγονιών του καρχαρία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Από τότε χρησιμοποιείται ως όρος για τις υπερπαραγωγές που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία στο box-office ενώ αποτελούν ένα ξεχωριστό είδος στο οποίο τα μεγάλα στούντιο ποντάρουν πολλά. Κι αν το blockbuster του Σπίλμπεργκ κατάφερνε να προσφέρει τόσο ενδιαφέροντες χαρακτήρες, σκέψεις που κουβαλούσες μαζί σου και μετά την προβολή όσο και υπερθέαμα (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οι Στενές επαφές τρίτου τύπου-1977), το είδος από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα έχει να επιδείξει κυρίως επιτεύγματα στα οπτικοακουστικά εφέ που στις περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχούν δίχως να υποστηρίζονται από την κατάλληλη πλοκή- προσφέροντας παρόλα αυτά διασκεδαστικές στιγμές.

Με το Ready Player One ο Σπίλμπεργκ απομακρύνεται από τον παλιό (blockbuster) εαυτό του. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε βιβλίο του Έρνεστ Κλάιν που αφορά στην ψηφιακή πραγματικότητα, βρίθει αναφορών στην ποπ κουλτούρα των 80’s- δεκαετία όπου σηματοδοτεί και την απαρχή της φρενίτιδας γύρω από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τις κονσόλες- και στοχεύει περισσότερο στη διασκέδαση μέσω των σκηνών δράσης και των εφέ παρά στην ανάπτυξη χαρακτήρων ή σε βαρύγδουπα μηνύματα σχετικά με τον ψηφιακό κόσμο. Όχι ότι λείπουν εντελώς, απλώς δεν φωνάζουν την παρουσία τους, προκύπτουν μέσω της πλοκής (το γεγονός παραδείγματος χάριν ότι η κοπέλα της ιστορίας ντρέπεται να συναντηθεί με τον κεντρικό ήρωα εκτός παιχνιδιού, προτιμώντας αρχικά να μείνει κρυμμένη πίσω από το avatar της). Η ευφάνταστη ιστορία του Ready Player One τοποθετείται σε ένα δυστοπικό 2045 όπου οι πολίτες βρίσκουν διέξοδο στην ηλεκτρονική πραγματικότητα και σε πλατφόρμες όπως το OASIS. Ο δημιουργός της πετυχημένης αυτής πλατφόρμας έχει πεθάνει αφήνοντας όμως πίσω του στοιχεία για ένα παιχνίδι στο οποίο ο νικητής θα γίνει ο απόλυτος άρχοντας του OASIS. O κεντρικός ήρωας (Τάι Σέρινταν) του φιλμ καταφέρνει να βρει κάποια κλειδιά αλλά παράλληλα έχει να αντιμετωπίσει και τους παίκτες μιας αντίπαλης εταιρείας που επιζητά την κυριαρχία.

Καθώς δεν έχουμε να πούμε πολλά πράγματα γύρω από τους χαρακτήρες και τη μανιχαϊστική σύγκρουση (καλό-κακό), αξίζει να σταθούμε στο πώς ακριβώς ο Στίβεν Σπίλμπεργκ διαχειρίζεται μια ταινία που βασίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στα οπτικά εφέ της. Καθότι είναι ένας από τους κορυφαίους story-tellers στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου, καταφέρνει να σκηνοθετήσει τα εφέ αλλά και τη σκηνογραφία του με τέτοιο τρόπο που σε καμία των περιπτώσεων δεν προσιδιάζει στο σινεμά των άσχετων εκρήξεων του Μάικλ Μπέι ή στις χλαπάτσες της Marvel προσφέροντας πολλές στιγμές που η δράση μας έχει στην τσίτα (οι αγώνες ταχύτητας στο πρώτο μέρος του φιλμ) και άλλες- όπως η εναρκτήρια σεκάνς- όπου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα δίνεται το στίγμα του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Φυσικά δεν γίνεται κανείς να προσπεράσει την μεγάλη σκηνή όπου στα πλαίσια του ηλεκτρονικού παιχνιδιού οι ήρωες βουτούν μέσα στο σύμπαν της Λάμψης του Κιούμπρικ. Θα πρέπει να την καταχάρηκαν αυτή τη στιγμή τόσο όσοι δούλεψαν στην ταινία αλλά πάνω απ’ όλα θα ενθουσιαστούν όσοι τη δουν.

Δεν είναι ένα έργο ζωής, μην τρελαθούμε. Το Ready Player Oneακόμη κι αν το τελευταίο μέρος του ήθελε συμμάζεμα στο μοντάζ- είναι πάνω απ’ όλα μια διασκεδαστική σύγχρονη blockbuster ταινία με την οποία περνάς υπέροχα κατά τη διάρκεια της προβολής-πολλώ δε μάλλον αν είσαι νοσταλγός της δεκαετίας του ’80.

 

Δεν ήσουν ποτέ εδώ, του Πάνου Λιάκου

Η καινούρια ταινία της Λιν Ράμσεϊ που το 2011 είχε συγκινήσει με το Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν και είχε οδηγήσει την Τίλντα Σουίντον σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της.

δεν ήσουν ποτέ εδώ

 

Στο Δεν ήσουν ποτέ εδώ, η σκωτσέζα σεναριογράφος- σκηνοθέτις επιλέγει για πρωταγωνιστή έναν από τους κορυφαίους ηθοποιούς της γενιάς του και αγαπημένο όσων ασχολούνται με το σινεμά και την τέχνη της υποκριτικής, τον Χοακίν Φίνιξ. Είναι από εκείνους που οι νεότεροι περιμένουν πώς και πώς τη στιγμή, τον ρόλο εκείνο που θα του χαρίσει το αγαλματίδιο το οσκαρικό. Μέχρι στιγμής τρεις οι υποψηφιότητές του, χωρίς νίκη. Στο Μονομάχο (2001) στο ρόλο του Κόμμοδου (σαιξπηρικών αποχρώσεων η ερμηνεία του, Β’ ανδρικός ρόλος), στο Walk the line (2006) και στο The Master (2013) για Α’ Ανδρικού ρόλου.

Το φιλμ της Ράμσεϊ που έχει στις αποσκευές του βραβείο σεναρίου από τις Κάννες (εξ’ ημισείας με το Θάνατο του ιερού ελαφιού του Λάνθιμου) καθώς και αντρικής ερμηνείας για το Φίνιξ είναι σίγουρο ότι θα προσελκύσει όχι μόνο τους θεατές αλλά και τα βλέμματα των μελών της Ακαδημίας- θα ανοίξει στις αμερικανικές αίθουσες στις αρχές του Απριλίου. Εκτός όμως από την ερμηνεία του Φίνιξ- όπου κυριαρχεί σε κάθε πλάνο το τσακισμένο βλέμμα του- δεν γίνεται κανείς να μην εκστασιαστεί από τον τρόπο που μια γυναίκα δημιουργός προσεγγίζει αυτή την αντρική ψυχοσύνθεση (πολύ κοντά στον Ταξιτζή του Σκορσέζε θα μπορούσαμε να πούμε), τις σκοτεινές εικόνες που φτιάχνει και το ρυθμό που δίνει ο μοντέρ της, Τζο Μπίνι. Και έρχεται και ο Τζόνι Γκρίνγουντ με την εμπνευσμένη μουσική του να προσθέσει ακόμη περισσότερο μυστήριο στην ταινία, κάνοντάς σε να θέλεις να βουτήξεις ακόμη περισσότερο στα βάθη της.

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα βλέπουμε έναν λιγομίλητο αντί- ήρωα που υποφέρει από μετατραυματικό στρες- βετεράνος πολέμου και ταυτόχρονα θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Αυτά τον έχουν κάνει βίαιο και ανθεκτικό απέναντι σε δολοφονικές υποθέσεις,  δουλειά του είναι να αναζητά απαγωγείς, να τα βάζει μαζί τους και να επιστρέφει τα θύματα στην οικογενειακή τους εστία. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας αισθάνεσαι ότι σίγουρα κάτι δεν πάει καλά με τον ήρωα μας, το Τζο. Σαν να φλερτάρει με την παράνοια. Βεβαιώνεσαι για την ψυχολογική του κατάσταση τόσο μέσα από αναφορές σε θρίλερ όπως η Ψυχώ του Χίτσκοκ, όσο και από το χάος που επικρατεί στο ψυγείο του σπιτιού, τις ψυχαναγκαστικές του συνήθειες, τη σχέση με τη μητέρα του, τα χαπακώματα και τα επικίνδυνα παιχνίδια του με τα μαχαίρια.

Ως ένσταση απέναντι στο κατά τα λοιπά κινηματογραφικότατο σενάριο της Ράμσεϊ (βασίζεται σε βιβλίο του Τζόναθαν Έιμς) θα μπορούσαμε να προβάλλουμε το ότι οι εικόνες από το παρελθόν του ήρωα ίσως θα ήταν καλύτερο να καταλάμβαναν  περισσότερο φιλμικό χρόνο. Παρόλα αυτά ο τρόπος που του παρουσιάζονται ξαφνικά στο νου του οι σκηνές από την προηγούμενη ζωή του- όπως το βλέπουμε εμείς όλο αυτό με τη βοήθεια του μοντάζ- είναι πολύ κοντά σε περιπτώσεις τέτοιων ανθρώπων- ακόμη και ένας παραμικρός ήχος είναι ικανός να τους συνδέσει με το εφιαλτικό παρελθόν τους. Ειρήσθω εν παρόδω, κάποιος που γνωρίζει περισσότερα περί σεναριακής γραφής μπορεί να ψυχανεμιστεί πόση δουλειά έπεσε στο backstory αυτού του χαρακτήρα.

Έχοντας πλέον αρχίσει να μπαίνουμε σε αυτή τη διαταραγμένη και γι’ αυτό ενδιαφέρουσα ψυχοσύνθεση- με οδηγό τον αγαπημένο μας Φίνιξ, η ταινία μας πάει και στο επόμενο μέρος, το καθαρά πολιτικό,  όταν ο Τζο αναλαμβάνει να βρει την ανήλικη κόρη ενός υποψήφιου γερουσιαστή όπου έχει απαχθεί και κρατείται από ανθρώπους που εκδίδουν το σώμα της. Sex trafficking δηλαδή.  Σε αυτό το μέρος του φιλμ, μέσα φυσικά από το είδος του ψυχολογικού θρίλερ,  ο θεατής θυμώνει ακόμη περισσότερο με τα διεφθαρμένα πολιτικά συστήματα. Και στο συγκεκριμένο φιλμ μιλάμε ότι η σαπίλα τους φθάνει μέχρι εγκληματικής νοσηρότητας. Θα επέλθει κάθαρση;  Για να μην πραγματοποιήσουμε κάποιο spoiler, σταματούμε εδώ σχετικά με όσα αφορούν στο καταγγελτικό κομμάτι της ταινίας. Έχουμε, όμως,  και μια αποκάλυψη, την 15άχρονη Εκατερίνα Σαμσόνοφ στο ρόλο της κόρης όπου τόσο από πλευράς σεναρίου (κι εκείνη θύμα κακοποίησης, κι εκείνη σε σοκ) όσο και από το πώς επικοινωνεί το ρόλο με τα εκφραστικά της μέσα, καταφέρνει να συμπλεύσει με τον μεγάλο πρωταγωνιστή της ταινίας.

Θα απολαύσετε τη σκηνοθεσία, θα χορτάσετε Χοακίν Φίνιξ σε ψυχογράφημα που πολλοί άρρενες πρωταγωνιστές θα ζήλευαν και θα παρακολουθήσετε το φιλμ καθηλωμένοι από το πρώτο κάδρο μέχρι και την αισιόδοξη (;) νότα του φινάλε.

Visages villages, του Πάνου Λιάκου

Από τα πολυσυζητημένα ντοκιμαντέρ της χρονιάς που μας πέρασε- στην Ελλάδα το βλέπουμε σχεδόν ένα χρόνο μετά τη βράβευσή του στο Φεστιβάλ των Καννών και λίγες ημέρες μετά την απονομή των βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου όπου ήταν υποψήφιο στην αντίστοιχη κατηγορία.

visages villages

 

Πρόκειται για μια συνάντηση ανάμεσα στην 89άχρονη Ανιές Βαρντά- από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του γαλλικού Νέου Κύματος- και τον 33άχρονο φωτογράφο- εικαστικό JR. Αυτοί οι δύο υπογράφουν και τη σκηνοθεσία του εγχειρήματος, η Ανιές Βαρντά συμμετέχει και στο μοντάζ (σύντομες και περιεκτικές οι σκηνές, δεν πλατειάζει σχεδόν πουθενά) αυτού του φιλμ βασική ιδέα του οποίου είναι η περιήγηση στη γαλλική επαρχία και η γνωριμία με καθημερινούς ανθρώπους και εργάτες.

Κάθε πρόσωπο και η ιστορία του, ακούμε κάποια στιγμή τη Βαρντά να λέει σε voice over. Πράγματι, παρακολουθώντας κανείς το ντοκιμαντέρ αντιλαμβάνεται ότι οι δύο καλλιτέχνες δείχνουν ξεχωριστό ενδιαφέρον για την ιστορία κάθε ανθρώπου που περνάει μπροστά από το φακό της κάμεράς τους- η δε πρωτοβουλία του JR να χρησιμοποιήσει το φωτογραφικό υλικό τοποθετώντας το σε τοίχους σπιτιών, εργοστασίων, στην παραλία αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη ότι το φιλμ αποσκοπούσε τελικά στο να τιμήσει την ομορφιά την προερχόμενη από τον απλό κόσμο της υπαίθρου. Είναι πολύ όμορφο στις εποχές των γρήγορων ταχυτήτων και της κυριαρχίας της τεχνολογίας να βρίσκονται καλλιτέχνες που να μαγεύονται από ιστορίες ταχυδρόμων, ζευγαριών που κλέφτηκαν για να παντρευτούν, χωριών- φαντασμάτων και φυσικά εργατών. Η Βαρντά προέρχεται ούτως ή άλλως από μια γενιά που δεν αποστρέφονταν τον απλό κόσμο.

Εκτός από όλα αυτά τα καινούρια πρόσωπα, οι θεατές έχουν την ευκαιρία να δουν τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες με τα τόσα χρόνια ηλικιακής διαφοράς. Η Ανιές μαλώνει τρυφερά το JR που φοράει συνεχώς μαύρα γυαλιά- τα θεωρεί ότι είναι ένα πέπλο που εμποδίζει την επικοινωνία- και τον παρομοιάζει ως προς αυτό με τον πρωτοπόρο του Νέου Κύματος Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Ο ίδιος της δείχνει μεγάλη αγάπη, προερχόμενη από το γεγονός ότι έχει μεγαλώσει πολύ κοντά με τις γιαγιάδες του- η σκηνή όπου η Βαρντά συναντά τη γιαγιά του είναι από τις πιο συγκινητικές του ντοκιμαντέρ.

Προκειμένου να σας εκπλήξει, δεν θα γράψουμε περισσότερα για το ντοκιμαντέρ των δυο καλλιτεχνών. Το μόνο που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε είναι ότι αφορά στη μνήμη (πρωτίστως τη συλλογική με τις στιγμές που φτιάχνει ή τιμά, έπεται και εκείνη της Βαρντά και οι θύμησές της που τη δένουν με διάφορες τοποθεσίες) , ενδιαφέρεται πραγματικά για τους απλούς ανθρώπους- πόσοι καλλιτέχνες άραγε σήμερα το κάνουν αυτό;-  ενώ την ίδια στιγμή είναι χιουμοριστικό (βλέπε το πώς διαχειρίζεται το πρόβλημα με τα μάτια της η Ανιές Βαρντά- κάτι το οποίο ανά στιγμές τροφοδοτεί το φιλμ και με ενδιαφέροντα οπτικά παιχνίδια).

Foxtrot, του Πάνου Λιάκου

Πρόκειται για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Σαμουέλ Μάοζ από το Ισραήλ που το 2009 είχε προκαλέσει θετική αίσθηση με τον Λίβανο.

foxtrot

 

Κι αν εκεί είχαμε να κάνουμε με τον πόλεμο του 1982 και η πρωτοπορία της ταινίας εντοπίζονταν στο ότι ήταν γυρισμένη σχεδόν εξ’ ολοκλήρου μέσα σε ένα τανκ (τι κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και φωτογραφία- δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια κι αν έχεις να δεις την ταινία), στο Foxtrot βρισκόμαστε ενώπιον ενός δράματος που και ο ίδιος ο σεναριογράφος- σκηνοθέτης ήθελε να θυμίζει κάτι από αρχαία τραγωδία. Και είναι βεβαίως πολλές οι στιγμές στο φιλμ όπου ο θρήνος των ηρώων, το μοιραίο των πραγμάτων (κυρίως αυτό), η θεία δίκη και η τραγική ειρωνεία σε παραπέμπουν απευθείας σε αυτή.

Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος ο Μάοζ, η ταινία διαρθρώνεται σε τρία επεισόδια. Θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τα βασικά αποκαλύπτοντας όσο το δυνατόν λιγότερα σχετικά με την τελική κατάληξη που είναι και το ζητούμενο στην εν λόγω ταινία- το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον. Στην πρώτη πράξη, λοιπόν, γνωριζόμαστε με ένα ζευγάρι αστών στο Τελ Αβίβ όπου τους ανακοινώνεται ο θάνατος του γιου τους, Γιόναταν, στον πόλεμο. Η μάνα καταρρέει από την πρώτη στιγμή ενώ το ερεβώδες της καταστάσεως και το χάος που θα επικρατήσει στο σπίτι τους μπορούμε να το διακρίνουμε από τη σκηνογραφία (πιο συγκεκριμένα δύο έργα τέχνης, ένα στην είσοδο του σπιτιού και ένα στο γραφείο του συζύγου).

Ο Λίορ Ασκενάζι στο ρόλο του πατέρα είναι συγκλονιστικός. Κυρίως ως προς τον τρόπο που μας μεταφέρει τις συγκρούσεις που υπάρχουν εντός του χαρακτήρα του (όταν στο τελευταίο μέρος του φιλμ θα μάθουμε και κάποια πράγματα για το παρελθόν του και κουμπώσουν όλα μαζί, θα μας παρουσιαστεί και ολόκληρο το πορτρέτο του). Στους στρατιώτες που έρχονται να αναγγείλουν την τραγική είδηση ρίχνει ματιές φαρμακερές (στην αρχαία Ελλάδα- μιας και μιλήσαμε στην αρχή για αρχαία τραγωδία- συνήθιζαν τέτοιους κακούς μαντατοφόρους να τους αποκεφαλίζουν). Σαν να τους μισεί που εκείνοι ζουν ενώ ο γιος του δεν υπάρχει πια- χάθηκε στο άνθος της νιότης του. Ακόμη και το σκυλί της οικογένειας διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, προσπαθεί να δείξει μια ενστικτώδη συμπαράσταση στον πατέρα (ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου και στην τέχνη, από την εποχή του Ομήρου) για να εισπράξει μονάχα κλωτσιές. Ήδη από αυτές τις πρώτες στιγμές θρήνου και τα πλονζέ του Μάοζ καταλαβαίνουμε πέρα από τη συντριβή των ηρώων και την παρουσία κάτι του θείου σε ο, τι γίνεται.

Στο τέλος της πρώτης πράξης οι γονείς του Γιόναταν και μαζί και οι θεατές μαθαίνουν ότι εκείνος ζει και ότι οι Αρχές είχαν κάνει λάθος στην ανακοίνωσή τους. Ο πατέρας ξεσπά βίαια εναντίον αυτών και εμείς μεταφερόμαστε ευθύς στα σύνορα σε κάποιο σταθμό ανεφοδιασμού όπου υπηρετεί ο Γιόναταν. Έχουμε ήδη προϊδεασθεί από τη σκηνογραφία στο δωμάτιό του ότι είναι ονειροπόλος νέος, κάτι που συνεχίζεται και στη θητεία του. Αυτές οι στιγμές εκεί στην άκρη του θεού, με τους χορούς, τις συζητήσεις για πονηρά περιοδικά- είναι όλα τα παιδιά εικοσάρηδες ούτως ή άλλως- και τα τοιαύτα δίνουν μια (προσωρινή) κωμική πνοή στην ταινία- όπως η είσοδος του Ηρακλή στην Άλκηστιν του Ευριπίδη. Μέσω κάποιου τετραδίου του Γιόναταν θα έρθουμε σε επαφή με το παρελθόν του πατέρα του- τις ενοχές που κουβαλάει αυτός ο μεσήλικας και πώς τις αμαρτίες του είναι προορισμένος να τις πληρώσει ο ίδιος ο γιος του.

Κάπου μας παίρνει λίγες στιγμές για να συνειδητοποιήσουμε το τι ακριβώς «παίζει» στο τελευταίο μέρος του φιλμ (ειδικότερα στις πρώτες σκηνές στο σπίτι του αντρόγυνου)- ίσως να ήταν κι αυτό που να στέρησε από την ταινία μια θέση στην οσκαρική πεντάδα. Παρόλα αυτά, με τους τίτλους τέλους δεν μπορείς να πεις ότι δεν είχες μια πλήρη κινηματογραφική εμπειρία που προκειμένου να σε κρατήσει καθηλωμένο χρησιμοποιεί ακόμη και την τέχνη του manga.

Lady Bird, του Πάνου Λιάκου

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι αράδες, δεν απέχουμε παρά μονάχα λίγα εικοσιτετράωρα από την 90η απονομή των βραβείων Όσκαρ. Με την έξοδο της ταινίας Lady Bird στις ελληνικές αίθουσες το εγχώριο κοινό έχει ουσιαστικά δει πριν την απονομή τις περισσότερες υποψήφιες ταινίες.

Lady Bird

 

Πρόκειται για τη δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Γκρέτα Γκέργουιγκ που οι κινηματογραφόφιλοι την θυμούνται ως πρωταγωνίστρια στην ταινία Frances Ha του Νόα Μπάουμπαχ. Η Γκέργουιγκ έκανε εντύπωση στα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου που την προέκριναν για το Lady Bird σε δυο μεγάλες κατηγορίες- της σκηνοθεσίας και του σεναρίου (γίνονται ένα και το αυτό στο φιλμ της).

Οι υποψηφιότητες για την Lady Bird δεν σταματούν εδώ καθώς τη βλέπουμε στην κατηγορία της καλύτερης ταινίας αλλά- το βασικότερο- στις κατηγορίες των γυναικείων ρόλων. Και η αλήθεια είναι ότι οι πιο δυνατές ερμηνείες της ταινίας ανήκουν στη Σίρσα Ρόναν (υποψηφιότητα Α’ Γυναικείου) και τη Λόρι Μέτκαλφ (υποστηρικτικού γυναικείου ρόλου) που υποδύονται κόρη και μητέρα αντιστοίχως στο Σακραμέντο του 2002. Με ένα δικό τους κοντινό πλάνο ξεκινά αυτή η ταινία ενηλικίωσης που θα ασχοληθεί εκτός των άλλων και με τις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στις δυο ηρωίδες. Μόνο που οι σχέσεις είναι τεταμένες επειδή ακριβώς η Κριστίν είναι μια έφηβη που έχει ως όνειρο να ξεφύγει από το Σακραμέντο και να γίνει καλλιτέχνιδα.

Ο τίτλος της ταινίας, μάλιστα, είναι ένα παρατσούκλι που έχει δώσει η ίδια στον εαυτό της, η δε ροπή της προς τα καλλιτεχνικά δηλώνεται ήδη από τις πρώτες στιγμές του φιλμ με την επιλογή να ακούν οι δυο γυναίκες στο αμάξι το audiobook των Σταφυλιών της Οργής του Στάινμπεκ ή με την ανάγκη που θα δούμε ότι νιώθει η έφηβη να ενταχθεί στη θεατρική ομάδα του καθολικού της σχολείου. Μεσολαβητής κατά τους καυγάδες των δυο γυναικών δεν είναι άλλος από τον πάτερ φαμίλια που τον υποδύεται λιτά ο Τρέισι Λετς. Αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι εκτός από καλός συγγραφέας (Αύγουστος) είναι και ηθοποιός που με ακρίβεια επικοινωνεί το χαρακτήρα του στο κοινό. Αρκεί κανείς να προσέξει τα μάτια του, τον τρόπο που μιλά και τη στάση του σώματός του για να εξάγει το συμπέρασμα ότι όντως ο χαρακτήρας του παλεύει επί χρόνια με την κατάθλιψη.

Τον καιρό, λοιπόν, που η Κριστίν συμμετέχει στη σχολική θεατρική ομάδα γνωρίζεται με έναν συνεσταλμένο νεαρό που έχει τη μορφή του Λούκας Χέτζες- είναι αυτό το εξαιρετικά ταλαντούχο παιδί που πέρυσι είχε προταθεί για το Β’ Ανδρικού ρόλου για τη δουλειά του στο Manchester by the sea. Καλογραμμένος ο ρόλος του από τη Γκέργουιγκ όσο και πολυσύνθετος. Ξεκινάμε με το ρομάντζο που θα αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτόν και την ηρωίδα (η ατμόσφαιρα στις πρώτες στιγμές τους, στους χορούς τους, στα ξενύχτια τους πανέμορφα φωτογραφημένες από το Σαμ Λέβι) και θα καταλήξουμε προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση βλέποντας πώς θα συνεχίσουν να διατηρούν δεσμούς μεταξύ τους ως φίλοι πλέον.

Το δεύτερο αγόρι που θα απασχολήσει την Κριστίν στο Σακραμέντο έχει τη μορφή του Τιμοτέ Σαλαμέ. Ο οποίος τολμάει να παίξει ένα χαρακτήρα που ενώ δείχνει εν τέλει δεν είναι και τόσο ξηγημένο παιδί. Μένει να θαυμάσετε κι εσείς αυτές τις πέρα για πέρα αληθινές ερμηνείες όχι μόνο γιατί οι πρωταγωνιστές βρίσκονται πολύ κοντά στην ηλικία των ηρώων τους αλλά είναι και το σενάριο που τους περιβάλει με φροντίδα. Η Γκέργουιγκ είναι σε θέση να μετατρέψει βιώματα που έχουν λίγο ή πολύ όλοι σε αυτές τις ηλικίες σε ένα δράμα που δεν του λείπουν βεβαίως και οι κωμικοί τόνοι. Μέσω της σκηνογραφίας, δε, δίνεται και το πολιτικό κλίμα (πιο συγκεκριμένα στο καθολικό σχολείο βλέπουμε κάποια στιγμή αφίσες μνήμης της 11ης Σεπτεμβρίου ενώ σε άλλο σημείο της πλοκής, στο πλούσιο σπίτι μιας συντηρητικής γιαγιάς διακρίνεται στο γραφείο της μια αφίσα του Ρίγκαν). Τόσο η σκηνογραφία όσο και η ενδυματολογία παίζουν πολύ με το πράσινο και το μπλε ενώ στη σκηνή-κλειδί για τη μητέρα της Μετκαλφ η κόρη Σίρσα Ρόναν φορά ένα φόρεμα κοραλί που πολύ κολακεύει τη νεανική της ομορφιά.

Είναι στιγμές που σε πιάνουν τα κλάματα με αυτό το ρόλο της μητέρας που θέλει καταπιεστικά την κόρη της να είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού της, όμως από την άλλη καταλαβαίνεις εκείνο που είναι δύσκολο για εκείνη: ότι είναι ώρα για το νεοσσό της να ανοίξει τα φτερά του. Όταν γίνεται αυτό στο τελευταίο μέρος του φιλμ όπου διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, αισθανόμαστε ότι αυτό ίσως θα έπρεπε να είναι κάπως μεγαλύτερο σε έκταση αλλά παρόλα αυτά η Γκέργουιγκ με την αξιοθαύμαστη αφηγηματική οικονομία της επιβεβαιώνει ότι πλέον η Lady Bird έχει βρει το δρόμο της προς την… Κριστίν.

Aus dem Nichts, του Πάνου Λιάκου

Ουφ! Ένα διάλειμμα από τις οσκαρικές αναλύσεις για να μιλήσουμε για την καινούρια, πολύ καλή ταινία του Φατίχ Ακίν. Το Μαζί ή Τίποτα, όπως είναι ο ελληνικός τίτλος της ταινίας, δίνει ένα δυνατό γερμανόφωνο ρόλο στην Νταϊάν Κρούγκερ ενώ προσφέρει στο θεατή- εκτός από τα προφανή αντιναζιστικά σχόλια- μια σφιχτοδεμένη πλοκή που παρακολουθείται μέχρι το τελικό twist (γύρισμα) με αμείωτο το ενδιαφέρον.

Ausdemnichts

Η Κρούγκερ δίνει σάρκα και οστά στην Κάτια, Γερμανίδα που είναι παντρεμένη με έναν Τούρκο που αποτελεί υπόδειγμα επανένταξης έπειτα από μια περίοδο που πέρασε φυλακισμένος για υποθέσεις ναρκωτικών. Στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας συμβαίνει κάτι μοιραίο. Ο σύζυγος μαζί και το παιδί πεθαίνουν από βόμβα που εκρήγνυται έξω από το γραφείο του πρώτου. Μπλεξίματα με μαφίες μεταναστών ή μήπως ναζιστική επίθεση;

Από εκεί και έπειτα όλο το έργο ουσιαστικά είναι πάνω στο πρόσωπο της Κρούγκερ- ο πιο αβανταδόρικος ρόλος του φιλμ-, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι καλογραμμένοι και οι υπόλοιποι. Από τις πρώτες στιγμές πριν την οριστική αναγνώριση των θανόντων (στη σκηνή της λιγοθυμίας) μέχρι το θρήνο και την απόγνωση (στο σπίτι όπου οι κινήσεις της κάμερας ιδίως στις σκηνές στο σαλόνι είναι νευρώδεις) και από εκεί στην αναζήτηση δικαιοσύνης και την τελική εκδίκηση η πρωταγωνίστρια φαίνεται να βουτάει με όλη της την ψυχή στο ρόλο, να βάζει στην άκρη την εικόνα της ωραίας για να βγάλει από μέσα της την αφοσιωμένη τραγική μάνα που δεν μπορεί πια να διανοηθεί τη ζωή χωρίς τους δικούς της. Χρησιμοποιεί τους μύες τους προσώπου της για να δηλώσει στο θεατή την απόγνωση, το πένθος, το γοερό κλάμα- φυσικά- αλλά και εκείνον το δυναμισμό σε συνδυασμό με το αίσθημα εκδίκησης που τα βλέπουμε πολύ καλά στο βλέμμα της στην (καταλυτική) σκηνή με το δικηγόρο στο μπαρ- όπου και η ένταση της μουσικής συντονίζεται με την ψυχική της κατάσταση.

Το έργο χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία κεφάλαια, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται ερασιτεχνικά βίντεο από τη ζωή της οικογένειας πριν το μοιραίο. Σαν κάποιες μικρές ανάσες, δηλαδή, για το θεατή που καλείται να παρακολουθήσει ένα βαρύ δράμα, νταλκαδιάρικο, από εκείνα που μόνο ο Φατίχ Ακίν θα μπορούσε να έχει σκηνοθετήσει. Οι διάλογοι στο δικαστήριο είναι γραμμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να απολαμβάνει κανείς την παρακολούθηση των λογομαχιών ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται και η αγωνία για το εάν θα κατηγορηθούν οι ύποπτοι νεοναζιστές. Σε αυτό το μέρος του φιλμ υπάρχουν πολλοί μικροί αλλά άψογα γραμμένοι ρόλοι, με τον δικηγόρο του Ντένις Μοσκίτο να ξεχωρίζει (καταφέρνει να μας δώσει- με βάση και το σεναριακό υλικό- ότι εκτός από δικηγόρος είναι και πραγματικός φίλος της οικογένειας). Συνήγορος υπεράσπισης των νεοναζί αναλαμβάνει ο ηθοποιός Γιοχάνες Κρις ο οποίος όντως μάς κάνει αντιπαθητικό έναν συνήγορο που για να κερδίσει χρόνο για τους ένοχους πελάτες του επιζητά τις χρονοτριβές, το ψείρισμα και τη συντηρητική συνθηματολογία. Η ταινία γενικότερα στέκεται κριτικά απέναντι στα δικαστήρια και την ικανότητά τους να αποδώσουν άμεσα και αποτελεσματικά τη δικαιοσύνη- ακόμα και σε περιπτώσεις που βγάζουν μάτι, όπως αυτή της ιστορίας μας.

Στους ρόλους μαρτύρων-κλειδιών οι Ούλριχ Τουκούρ και ο Έλληνας σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης. Αυτός κι αν είναι ρόλος-κλειδί. Γιατί; Διότι θα τονίσει και πάλι το πώς συνδέονται οι νεοναζιστικές οργανώσεις στην Ευρώπη και καλύπτουν η μια την άλλη στις βρωμιές τους. Δεν του έχει βάλει πολλές ατάκες, αρκούν όμως αυτές για να συμπυκνώσουν τη συμπεριφορά του μέσου χρυσαυγίτη ψηφοφόρου (ο συγκεκριμένος δεν είναι απλά «μέσος», όπως θα δείτε) που ισχυρίζεται πως είναι «ένα δημοκρατικό κόμμα, εκλεγμένο απ’ τον ελληνικό λαό».

Όπως και να’ χει, στο τελευταίο μέρος της ταινίας βρισκόμαστε στην Ελλάδα. Ναι, σωστά διαβάσατε. Όχι όμως σε σκηνικό καρτ-ποσταλικό, έχει πλέον αρχίσει να  χειμωνιάζει εδώ και η Κάτια έρχεται με απειλητικές διαθέσεις. Και είναι σε αυτό το τελευταίο μέρος που θα αντιληφθούμε ότι η ηρωίδα μας είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο ακόμα μπορούσαμε να φανταστούμε και το σενάριο ακολουθεί χιτσκοκικές γραμμές όπου μας σπρώχνει αρχικά προς μια κατεύθυνση για να μας οδηγήσει τελικά σε ένα τελικό μπαμ που δεν το είχαμε φανταστεί ακριβώς έτσι.

 

Mudbound, του Πάνου Λιάκου

Καθώς η αγωνία για την τελετή απονομής των βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου κορυφώνεται, σε μια από τις καλύτερες οσκαρικές περιόδους των τελευταίων ετών, βλέπουμε πολλές από τις υποψήφιες ταινίες στις αθηναϊκές αίθουσες. Θα μιλήσουμε για το Mudbound, ένα δράμα εποχής- καλοδεχούμενα παλιομοδίτικο- που βρίσκεται στις κατηγορίες του Β’ Γυναικείου ρόλου (Μαίρη Τζέι Μπλάιτζ), του τραγουδιού (κι εκεί ανάμεσα παίρνει μια δεύτερη υποψηφιότητα η Μπλάιτζ), του διασκευασμένου σεναρίου (από τη σκηνοθέτιδα Ντι Ρις και τον Βιρτζίλ Ουίλιαμς- το βιβλίο είναι της Χίλαρι Τζόρνταν) και της φωτογραφίας (σε μια παραδοσιακά ανδροκρατούμενη κατηγορία, το όνομα της Ρέιτσελ Μόρισον).

Mudbound

Η ιστορία ξεκινάει λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όπου συστηνόμαστε με δύο οικογένειες, τους άσπρους ΜακΆλαν και τους μαύρους Τζάκσον, στον Μισσισσιππή. Από την πρώτη κιόλας σκηνή-που θα οδηγήσει σε αναδρομή- η φωτογραφία μας αρπάζει. Η ατμόσφαιρα είναι βροχερή, είμαστε σε μια φάρμα που έχει λασπώσει και η σκοτεινή φωτογραφία συντονίζεται πλήρως με αυτή ακριβώς τη λάσπη που υπάρχει και στον τίτλο της ταινίας. Σιγά- σιγά αρχίζει η γνωριμία με τους χαρακτήρες σε μια αφήγηση που συχνά αλλάζει οπτικές γωνίες (τεράστιο το ενδιαφέρον να κινούμαστε από την μια «οικογένεια» στην άλλη). Η Κάρεϊ Μάλιγκαν υποδύεται μια συνεσταλμένη γυναίκα που θα γνωριστεί με τον Χένρι (Τζέισον Κλαρκ στο ρόλο). Επίσης σε μαγνητίζει η ατμόσφαιρα σε αυτές τις σκηνές- χώρια η δουλειά που έχει γίνει στο ενδυματολογικό τμήμα- όπου έχουμε και μουσική της εποχής και εισάγεται και το πραγματικά ρομαντικό στοιχείο με τη γνωριμία αυτής της γυναίκας με τον ανοιχτόκαρδο (και με επιτυχία στις γυναίκες) αδερφό του μέλλοντα συζύγου της, του Τζέιμι- μέχρι το τέλος της ταινίας θα βλέπουμε τον κρυφό πόθο, τις δυσκολίες και το εάν και πώς θα καταφέρουν να συναντηθούν αυτά τα δυο άτομα.

Ο Χένρι σχεδιάζει να μείνουν σε μια φάρμα στην οποία δουλεύει η οικογένεια Τζάκσον με όνειρο ζωής για τους τελευταίους να αποκτήσουν το δικό τους κομμάτι γης κάποια μέρα. Οι δυο πρεσβύτεροι Τζάκσον έχουν πλέον συνηθίσει στις κακουχίες και σε ρατσιστικές συμπεριφορές όπως αυτή που επιδεικνύει ο παππούς ΜακΆλαν. Να σημειώσουμε ότι αυτό τον ρόλο τον έχει ο Τζόναθαν Μπανκς και καταφέρνει τόσο λόγω υλικού όσο και επειδή είναι πραγματικά άξιος ερμηνευτής να κάνει αυτό το χαρακτήρα πραγματικά μισητό στο θεατή- τόσο ώστε όσο κι αν ψάχνουμε να μη βρίσκουμε κανένα ίχνος συμπάθειας για την κατάληξη που θα έχει.

Υπάρχει κάτι που έστω και σε εξωτερικό επίπεδο να ενώνει τις δύο αυτές οικογένειες; Ναι. Με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα παιδί κάθε οικογένειας πηγαίνει να υπηρετήσει την πατρίδα. Και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του φιλμ δομείται ακριβώς πάνω στη σχέση που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο νέους, τον έγχρωμο και τον άσπρο, μετά την επιστροφή τους από το μέτωπο. Φαίνεται πως το πρωτότυπο υλικό που έχουν να διαχειριστούν οι σεναριογράφοι είναι ένα δράμα δουλεμένων μέχρι παραμικρής λεπτομέρειας χαρακτήρων και αρκετών συγκρούσεων που καθηλώνουν μέχρι τα τελευταία λεπτά της ταινίας. Είναι ένα δράμα που ευτυχώς δεν κουνάει το δάχτυλο με εύκολα λόγια περί ρατσισμού αλλά αφήνει το θεατή μέσα από την τέχνη της δραματουργίας να ανακαλύψει αυτή την ζοφερή πραγματικότητα που βίωσαν τόσες γενιές μαύρων στην Αμερική. Κι εκεί έχουμε σκηνάρες, όπως αυτή της συνάντησης του άθλιου γέρου με το αγόρι των μαύρων που έχει μόλις επιστρέψει από τον πόλεμο. Μέσα σε κάποιο μαγαζί. Και σχεδόν το διατάζει το παιδί- τον ήρωα- να φύγει από την πίσω πόρτα του μαγαζιού- έτσι συνηθιζόταν για τους μαύρους εκείνη την εποχή- για να πάρει βεβαίως ο πρώτος μια αποστομωτική απάντηση. Η συνέχεια επί της οθόνης, μην πούμε άλλα από εδώ…

Δεν μένει τώρα άλλο από το να εξετάσουμε την επιλογή της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου να στείλει στην πεντάδα για το Β’ Γυναικείο ρόλο τη Μαίρη Τζέι Μπλάιτζ (αυτήν από όλες τις πολύ καλές ερμηνείες του φιλμ). Της αναγνώρισαν ότι για τις ανάγκες του ρόλου πραγματοποιεί μια ολική μεταμόρφωση και δεν θυμίζει το είδωλο που έχουμε γνωρίσει ως τραγουδίστρια. Αφήνει εντελώς πίσω της το σταριλίκι. Με τη βοήθεια φυσικά του σεναριακού υλικού ενσαρκώνει χωρίς εξάρσεις αυτή την μητέρα που τη βλέπουμε να παλεύει για τον άρτο τον επιούσιο αλλά της δίνεται και ένας μορφασμός υπέρτατος να βγάλει στην τελευταία σκηνή.

The Shape of Water, του Πάνου Λιάκου

Ένα οπτικά πανέμορφο, τρυφερό και στο βάθος του πολιτικό παραμύθι που θα διεκδικήσει 13 Όσκαρ, παρακαλώ, στην Απονομή που θα γίνει στις 4 Μαρτίου. Κρατήστε την αναπνοή σας: διεκδικεί καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας για τον Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, Α’ Γυναικείου ρόλου για τη Σάλι Χώκινς, Β’ Ανδρικού ρόλου για τον Ρίτσαρντ Τζένκινς, Β’ Γυναικείου ρόλου για την Οκτάβια Σπένσερ, μουσικής για τον Αλεξάντερ Ντεσπλά, πρωτότυπου σεναρίου, φωτογραφίας, κοστουμιών, ηχητικού μοντάζ, μίξης ήχου, μοντάζ και σκηνοθεσίας.

The Shape of Water, του Πάνου Λιάκου

Παραμύθι μύθαρος κι η κοιλιά σας πύθαρος… Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα το έργο δεν κρύβεται από το θεατή. Ήρθαμε για να δούμε ένα παραμύθι, ένα από εκείνα που δεν απευθύνονται σε μικρά παιδιά- όπως είχε συμβεί και με το Λαβύρινθο του Πάνα του ίδιου σκηνοθέτη που σου έδινε  σφαλιάρα κινηματογραφική που έγραφε μέσα σου. Εν πάση περιπτώσει, από τα πρώτα κιόλας πλάνα του The Shape of Water, όλα δείχνουν ότι είμαστε σε ένα παραμύθι. Αρχής γενομένης από τη φωτογραφία του Dan Laustsen- με το πράσινο χρώμα του νερού να κυριαρχεί- αλλά και τη μουσική του Ντεσπλά που δηλώνει και τη γραμμή ολόκληρου του έργου που είναι ταυτόχρονα ρομαντικό αλλά και μυστηριώδες, με την αγωνία να μας συνεπαίρνει από ένα σημείο και πέρα- στο τελευταίο μέρος με τα κυνηγητά κ.ο.κ. αποκτά και ένα τόνο λίγο πιο μπλοκμπάστερ η μουσική. Επίτευγμα το πώς αναμείχθηκαν οι πρωτότυπες μουσικές με τα τραγούδια εποχής που ακούγονται κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Ο χρόνος που διαδραματίζεται αυτό το παραμύθι είναι στη δεκαετία του 1960, μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο. Αυτό το τελευταίο θα μας χρειαστεί. Η μουγκή (αλλά όχι και κωφή!)  Ελίζα (Σάλι Χώκινς) δουλεύει ως καθαρίστρια σε ένα κέντρο διαστημικών πειραμάτων. Μια μέρα οι επικεφαλείς δόκτορες θα φέρουν σε μια δεξαμενή ένα περίεργο υποκείμενο- κάτι μεταξύ ανθρώπου και αμφίβιου- που θα κινήσει την περιέργεια της καθαρίστριας. Η περιπέτειά της θα πάρει μπρος για τα καλά όταν θα θελήσει να έρθει πιο κοντά με αυτό το πλάσμα που της φαίνεται εξίσου μοναχικό με την ίδια.

Με πόση μαεστρία καταφέρνει ο Μεξικανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης να δημιουργήσει μια ταινία φαντασίας για δυο ιδιαίτερες υπάρξεις  που είναι γεμάτη από λεπτομέρειες που παραπέμπουν στην αγάπη του/μας για το σινεμά (κάποιες φορές πιο φανερές, όπως απευθείας αναφορές σε ταινίες φαντασίας, την τηλεόραση που παίζει προγράμματα και ταινίες της εποχής και άλλες φορές πιο κρυμμένες, που ζητούν από το θεατή να διακρίνει κάποια παράδοξη φιγούρα, ας πούμε,  κάπου στην άκρη του κάδρου). Αν προχωρήσουμε επίπεδο, θα μιλήσουμε οπωσδήποτε για το ρομαντικό στοιχείο του φιλμ αλλά και εκείνο το χαρακτηριστικό που ενώνει τους περισσότερους χαρακτήρες- ότι είναι ή αισθάνονται μόνοι τους.

Ο Ντελ Τόρο, όμως, δεν σταματάει εκεί. Δεν μπορεί φυσικά να αφήσει απ’ έξω την πολιτική κατάσταση της εποχής και τις σχέσεις ανάμεσα σε Αμερική και Ρωσία. Γεννημένος καλλιτέχνης- και δη του φανταστικού- σχολιάζει τις σχέσεις των δύο χωρών ανατρέχοντας στο είδος του κατασκοπευτικού θρίλερ. Πόσα είδη μέσα σε μία μόνο ταινία! Αν συνυπολογίσουμε δε και κάποιες πιο μικρές σκηνές όπου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου- με τη βοήθεια των φωτισμών- μπορούμε να βρεθούμε ακόμα και σε σύμπαν… μιούζικαλ τότε μιλάμε για μια από τις πιο μαγευτικές μετατροπές σεναρίου  σε εικόνες που είδαμε φέτος.

Το χαρακτήρα της Σάλι Χώκινς τον συμπαθείς άμα τη εμφανίσει του. Είναι ένα μουγκό ασχημόπαπο που διψάει για επικοινωνία και προσεγγίζει αυτό το παράξενο πλάσμα προσφέροντάς του αυγά (ας μην ξεχνάμε ότι στον ορφισμό και τους αρχαίους Αιγυπτίους ήδη συμβολίζουν τη δημιουργία, τη γονιμότητα και την αναγέννηση)  ή βάζοντας μουσική και χορεύοντας μπροστά του. Τα κοστούμια που της επιλέγουν όπως και η σκηνογραφία του σπιτιού της, συνταιριάζονται με το χρώμα του νερού. Ρόλος-πρόκληση για την ηθοποιό αφού επικοινωνεί το χαρακτήρα της όχι με τον έναρθρο λόγο αλλά με τη νοηματική γλώσσα. Βγάζει πολύ καλά το νεύρο της σε δυο σκηνές, η μια στην οποία περιλούζει με βρισιά τον χαρακτήρα του Μάικλ Σάννον και η άλλη στο διαμέρισμα του καλλιτέχνη φίλου της (Ρίτσαρντ Τζένκινς) όπου προσπαθεί να τον πείσει να διασώσουν το πλάσμα.

Φθάνοντας στο Ρίτσαρντ Τζένκινς έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη άψογα γραμμένο (υποστηρικτικό) χαρακτήρα, έναν χαρακτήρα που έχοντας τελειώσει η ταινία δεν έχουμε απορίες για την πορεία του, τον έχουμε γνωρίσει αρκετά καλά. Μια συγκρατημένη ερμηνεία από το Τζένκινς που βγάζει την μελαγχολία ενός μοναχικού πενηντάχρονου καλλιτέχνη («αν μπορούσα να γυρίσω πίσω στα 18 μου, θα έλεγα στον εαυτό μου…»),  με την ομοφυλοφιλία του να προκύπτει μέσα από υπαινιγμούς και μια χαλαρότητα (όχι φαιδρή ή παρατονισμένη, τηλεοπτικής λογικής) στις κινήσεις των χεριών.

Η τρίτη ερμηνευτική επισήμανση που κάνει η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αφορά στο ρόλο της Οκτάβια Σπένσερ. Είναι η φίλη και συνάδελφος της πρωταγωνίστριας σε ένα ρόλο που βρίθει χιουμοριστικών αποχρώσεων- η Σπένσερ είναι εκείνη η μπουχτισμένη από την καθημερινότητα νοικοκυρά που μιλάει στη φιλενάδα της για τα μαγειρέματα της επόμενης ημέρας και τον τηλεορασόπληκτο σύζυγό της. Παίξιμο φυσικό, χωρίς πολλές υπογραμμίσεις. Η ηθοποιάρα λάμπει και στον υποστηρικτικό ρόλο. Το αυτό ισχύει βεβαίως και για τον Μάικλ Σάννον- τον βασικό σκληρό της ιστορίας. Έχουμε μέσω πάντα του σεναρίου γνώση και της δικής του καθημερινότητας από την οποία προκύπτει ότι είναι ένας άνθρωπος με ακόρεστη δίψα για σεξουαλική και κοινωνική επιβολή (γι’ αυτό από τις πρώτες σκηνές του κραδαίνει ένα ηλεκτρικό γκλοπ- ουσιαστικά φαλλική προέκταση).

Μπορείτε αν θέλετε να ξεχάσετε όλα τα παραπάνω. Να θυμάστε μόνο να παρακολουθήσετε αυτή την ταινία εκεί που πραγματικά της αξίζει: στη σκοτεινή αίθουσα.

Call me by your name, του Πάνου Λιάκου

Ετούτη η οσκαρική περίοδος μας φέρνει το ένα αριστούργημα πίσω απ’ το άλλο. Από αυτή τη βδομάδα βλέπουμε στις αίθουσες την ταινία του Λούκα Γκουαντανίνο Call me by your name που η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου την προκρίνει σε τέσσερις κατηγορίες: καλύτερης ταινίας, Α’ Ανδρικού ρόλου για τον 23 άχρονο Τιμοτέ Σαλαμέ , διασκευασμένου σεναρίου για τον Τζέιμς Άιβορι και τραγουδιού για τον Sufjan Stevens και το The mystery of love.

Call me by your name

Και μόνο τα ονόματα των Γκουαντανίνο και Άιβορι είναι ικανά να μας προετοιμάσουν ότι θα δούμε κάτι υψηλών αισθητικών προδιαγραφών. Κάτι ανθρώπινο, λεπτό και ευγενικό. Αυτή ακριβώς η λεπτότητα υπογραμμίζεται ήδη από την παρουσία του πιάνου στους τίτλους αρχής. Για να πούμε την αλήθεια, το πιάνο έχει μεγάλη σημασία στην ιστορία μας μιας και ο 17άχρονος πρωταγωνιστής, ο Έλιο, ασχολείται με αυτό, αντιγράφει παρτιτούρες, κάνει τους δικούς του πειραματισμούς.

Είναι καλοκαίρι του 1983 (τι ανασύσταση της εποχής με τα ρούχα και τις μουσικές, όπως το Lady, Lady με τη φωνή του Τζο Εσπόζιτο!), σε μια βίλα στη Λομβαρδία της Ιταλίας όταν καταφτάνει ο Όλιβερ,  βοηθός του πατέρα του Έλιο σε αρχαιολογικές έρευνες (προφανής ερωτικός συμβολισμός τα ελληνιστικά αγάλματα που κάνουν την εμφάνισή τους ανά στιγμές στο φιλμ) . Είναι μεγάλη η τύχη για τον 17άχρονο να έχει δυο καλλιεργημένους γονείς- αυτό μένει να μας αποδειχθεί περίτρανα και στο τελευταίο μέρος του φιλμ όπου ο ηθοποιός που υποδύεται τον πατέρα, ο Μάικλ Στούλμπαρκ, δίνει μια μεγάλη σκηνή ως διανοούμενος πατέρας που έχει μια πολιτισμένη συζήτηση με το γιο του. Ο Έλιο θα νιώσει τα πρώτα του σκιρτήματα γι’ αυτόν τον φιλοξενούμενο μόνο που αρχικά θα παρουσιαστεί νευρώδης έως και επιθετικός απέναντί του.

Με κίνδυνο να καταντήσουμε γραφικοί, θα επαναλάβουμε το εξής: τα πάντα ξεκινούν από το χαρτί. Δηλαδή από το γράψιμο του σεναρίου. Βασισμένος στο βιβλίο του Andre Aciman, ο Τζέιμς Άιβορι παραδίδει ένα κομψοτέχνημα γεμάτο από εικόνες της ιταλικής υπαίθρου (πόσο πιο ειδυλλιακό περιβάλλον για ένα ρομάντζο! Μην προσπεράσετε το βερίκοκο και εκείνη τη σκηνή με την εξήγηση της ετυμολογίας του από το λατινικό praecoquus=αυτό που ωριμάζει πρόωρα. Πιο ύστερα υπάρχει και η σεξουαλική σκηνή με το ροδάκινο που συζητιέται εδώ και καιρό στο διαδίκτυο) και διαλόγους φυσικούς που μας κάνουν να θέλουμε να γνωρίσουμε ακόμη περισσότερο τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές. Και πέρα από τους διαλόγους, τις σιωπές τους, τις κρυφές ματιές, τα ερωτικά καρδοχτύπια πίσω από τις κλειστές κάμαρες. Κυρίως του μικρού. Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με έναν απλοϊκό χαρακτήρα αλλά με έναν πολύπλοκο, καλλιεργημένο νεαρό που την ίδια στιγμή που μαγεύεται από τον Όλιβερ, δοκιμάζει και το πλησίασμα με το άλλο φύλο.

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ είναι πράγματι υπέροχος και καταφέρνει να μας δώσει όλες αυτές τις συγκρούσεις που δημιουργούνται εντός του εφήβου με τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα- δεν απέχει και πολύ ηλικιακά ο Σαλαμέ. Τα νεύρα, την ευφορία, τη μελαγχολία,  την κάβλα και τέλος την παράδοση στην απελπισία και στο κλάμα (αυτό το τελευταίο πλάνο!). Και όταν έρχεται αυτή έχουμε τόσο πολύ καλά γνωριστεί με τον ήρωα (λέγε- με- σενάριο) που μας έρχεται να μπούμε μέσα στην οθόνη και να του κάνουμε μια παρηγορητική αγκαλιά.  Όχι ότι ο Άρμι Χάμερ στο ρόλο του Όλιβερ έχει λιγότερο ενδιαφέρον. Ξεκινά με μια φαινομενική αδιαφορία απέναντι στο νεαρό (ελκύει κιόλας τις γυναίκες του περιβάλλοντος και έχει τα φλερτ του), για να τον δούμε εντελώς αλλαγμένο στο δεύτερο μέρος του φιλμ, τρυφερό και με αιχμές ότι κι αυτός έχει αληθινά αισθήματα.

Το ζητούμενο σε αυτή την ταινία, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι να πει απλά την ιστορία μιας ομοφυλοφιλικής (πλατωνικών βάσεων) σχέσης αλλά να βρει εκείνες τις στιγμές που είναι κοινές σε όλες σχεδόν τις πρώτες ερωτικές ιστορίες -πέρα από σεξουαλικές προτιμήσεις. Σε αυτές τις πρώτες ιστορίες, λοιπόν, συνήθως κυριαρχεί η αμηχανία, τα πείσματα, μια δυσκολία έκφρασης των συναισθημάτων καθώς και της ερωτικής επιθυμίας – όλα αυτά τα βλέπουμε και στην ταινία του Γκουαντανίνο.

Να τολμήσουμε οσκαρική πρόβλεψη; Τις περισσότερες ελπίδες η ταινία φαίνεται να τις έχει στην κατηγορία του διασκευασμένου σεναρίου (θα είναι και το πρώτο Όσκαρ  του 89άχρονου σήμερα Άιβορι αν σταθεί τυχερός) . Όσον αφορά στον Α’ Ανδρικό ρόλο, ο Γκάρι Όλντμαν πατάει γερά στα πόδια του με το Darkest Hour.  Το The Shape of water και οι Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μισούρι, πάλι,  φαίνεται να ράβουν κοστούμι και να κονταροχτυπιούνται για το μεγάλο βραβείο (ταινίας). Τέλος,  το τραγούδι Remember me της ταινίας των Ντίσνεϊ/ Πίξαρ Coco μάλλον πλησιάζει περισσότερο τα κινηματογραφικά κριτήρια βάσει των οποίων βραβεύει τα τραγούδια η Ακαδημία- αυτό το τραγουδάκι, βλέπετε, παίζει καθοριστικότατο ρόλο σε αυτό το γεμάτο μουσικές animation και το φινάλε του.

 

 

Phantom Thread, του Πάνου Λιάκου

Την καινούρια ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον θα σας προτείνουμε να τη δείτε έχοντας στο νου σας τον αγγλικό τίτλο και κυρίως την πρώτη λέξη του. Phantom. Είναι μια λέξη που αν κοιτάξουμε την καταγωγή της θα φθάσουμε στο αρχαίο ελληνικό φάντασμα  (εκ του φαίνω).

Phantom Thread, του Πάνου Λιάκου

 

Ο ήρωας που υποδύεται σε αυτό το φιλμ ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις- στην τελευταία κατά δική του δήλωση εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη- είναι στοιχειωμένος από εκείνο της μητέρας του. Και όσο κυλά η ταινία τόσο μαθαίνουμε ποια είναι και η αόρατη, η φανταστική (δεύτερη σημασία για το phantom) απειλή.  Βραβευμένος με τρία Όσκαρ (Το αριστερό μου πόδι, Θα χυθεί αίμα, Λίνκολν), ο Ντέι Λιούις παραδίδει ακόμη μία κομψή και δουλεμένη μέχρι παραμικρής λεπτομέρειας ερμηνεία που θα τολμήσουμε να χαρακτηρίσουμε ως την ιδανικότερη έξοδο που θα μπορούσε να κάνει από την τέχνη της υποκριτικής.

Ο Ρέυνολντς Γούντκοκ είναι ένας κορυφαίος σχεδιαστής μόδας στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1950. Πλήρως αφοσιωμένος στη δουλειά και στην ρουτίνα του, δεν θέλει κανείς να του τη διαταράσσει. Δεξί του χέρι η κάπως αυστηρή και επιβλητική αδερφή του. Θα γνωριστεί με μια νεαρή σερβιτόρα την οποία θα εντυπωσιάσει αρχικά με τους τρόπους του, σταδιακά θα γίνει η μούσα του μέχρι τη στιγμή που εκείνη ως ερωμένη του πλέον θα προσπαθήσει να τον βγάλει από το ψυχαναγκαστικό πρόγραμμα που επιβάλλει στον εαυτό του- εκ του οποίου όμως παράγονται κάποια από τα πιο ζηλευτά φορέματα της καλής κοινωνίας. Αυτός ο ιδιοφυής καλλιτέχνης είναι από εκείνες τις αινιγματικές περιπτώσεις ανθρώπων που προκαλούν το μυαλό των απλών θεατών αλλά οπωσδήποτε και όσων γνωρίζουν από ψυχανάλυση (προσοχή στην εμμονή του ήρωα με τη νεκρή μητέρα του).

Την ίδια στιγμή ο Ντέι Λιούις εκκινώντας από το σενάριο του Πολ Τόμας Άντερσον- σαν ηθοποιός επηρεασμένος από τη μέθοδο του Στανισλάφσκι που είναι- ψάχνει πραγματικά να δει ποιος είναι αυτός ο μυστηριώδης άνθρωπος. Γι’ αυτή την κοπιώδη δουλειά του παίρνει για ακόμη μια φορά το δρόμο για τα Όσκαρ του 2018. Δεν θα μπορείτε να πιστέψετε την ερμηνεία του. Την αριστοκρατικότητα των κινήσεών του.  Την άρθρωσή του. Τις παύσεις του. Τη φυσικότητα με την οποία εν τέλει του βγαίνει να παίξει τις κυνικές στιγμές (οι οποίες δίνουν ανά στιγμές τις βρετανικά χιουμοριστικές πινελιές του φιλμ), τα βλέμματα με το φόβο του θανάτου και τις εκρήξεις αυτού του ανθρώπου. Δίπλα του οι δυο κυρίες λάμπουν κι αυτές. Η Βίκυ Κριπς καταφέρνει να κινηθεί ανάμεσα στο ρομαντικό (σαν ηρωίδα παλιού χολιγουντιανού μελοδράματος- βλέπε και τους τίτλους τέλους) και κάποτε στο πανούργο. Όσο για τη Λέσλι Μάνβιλ, αυτή έχει πάντα στο μυαλό της- ακόμα και στις πιο σύντομες σκηνές της ότι πρέπει να είναι η σκιά του αδερφού της. Να προσπαθεί να κυριαρχεί με τον τόνο της φωνής και τις ματιές της.  Εξαιρετική (προτεινόμενη για Όσκαρ Β’ Γυναικείου ρόλου), δίνει υπόσταση στο χαρακτήρα της από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα που εμφανίζεται.

Αν θα θέλαμε να μελετήσουμε το έργο με βάση το πού ακόμη εστιάζουν τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, θα πηγαίναμε εκτός των άλλων σε εκείνη τη μεγάλη κατηγορία που λέγεται «καλύτερης σκηνοθεσίας». Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Ο Άντερσον- που είναι διάσημος για την δεξιοτεχνία του να χειρίζεται την κάμερα- δίνει ζωή σε κάθε κάδρο, το μυαλό του πηγαίνει στις πιο απρόσμενες γωνίες λήψης ώστε να μην πλήττει ο θεατής ούτε δευτερόλεπτο. Δημιουργεί μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα ενώ ούτως ή άλλως ολόκληρο το φιλμ όπως και οι χαρακτήρες του αποπνέουν μια αίσθηση μυστηρίου που γοητεύει. Ένα μυστήριο το οποίο υπογραμμίζεται απαλά από τις μουσικές του Τζόνι Γκρίνγουντ που να μην απορήσουμε αν τον δούμε να κερδίζει φέτος το Όσκαρ καλύτερης μουσικής. Δεν χορταίνεις να ακούς τέτοια ομορφιά!

Για το τέλος κρατάμε τη δουλειά που γίνεται στα κοστούμια από τον οσκαρούχο (και υποψήφιο για τη δουλειά του εδώ) Μαρκ Μπρίτζες. Ουσιαστικά είναι κι αυτά πρωταγωνιστές, είναι ολόκληρος ο κόσμος του ήρωα μας, του Ρεϋνολντς. Κι αυτά στο αυστηρό στυλ του χαρακτήρα του και παράλληλα κομψότατα. Εκτός από εκείνα των βασικών πρωταγωνιστών, εντυπώνεται στο μυαλό του θεατή- και καλώς εντυπώνεται διότι χρησιμεύει κάποια στιγμή στην πλοκή- το νυφικό που υποτίθεται ότι φτιάχνει ο Ρέϋνολντς σε μια πριγκηπέσα.

Από εκείνες τις μεγάλες στιγμές του κινηματογράφου που δεν συνοψίζονται εύκολα σε μερικές γραμμές (γράφουμε- σβήνουμε, γράφουμε- σβήνουμε και δεν λέμε να καταλήξουμε ή κατάλληλα να συνοψίσουμε!) . Κι αυτό επειδή έχουμε ένα κινηματογράφο με τα κάπα κεφαλαίο. Μια επίσκεψη στον κοντινότερο σε εσάς κινηματογράφο θα σας πείσει.