Us: Το ψυχολογικό θρίλερ από τον Τζόρνταν Πιλ, του Πάνου Λιάκου

Η οσκαρική περίοδος πέρασε, η οσκαρική περίοδος πάει και εμείς αρχίζουμε να μετράμε τις ταινίες που αξίζουν μέχρι να φτάσουμε στην επόμενη κούρσα για τα βραβεία της Ακαδημίας. Φυσικά και θα μας τραβήξει την προσοχή η καινούρια ταινία του Τζόρνταν Πιλ, Εμείς, ένα ψυχολογικό θρίλερ στο οποίο επιβεβαιώνει ότι είναι ένας από τους πιο άξιους σύγχρονους σεναριογράφους του είδους. Μάλιστα, στα Όσκαρ του 2018 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου είχε τιμήσει το Τζόρνταν Πιλ με ένα από τα πιο σημαντικά βραβεία, του καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου. Λογικό. Με το Get Out είχε καταφέρει να μιλήσει για τα ζητήματα της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού και να ανανεώσει ένα είδος που τις τελευταίες δεκαετίες βασίζονταν (με λίγες εξαιρέσεις) στους τόνους αίματος και τα τζαμπ σκέαρς.

Στο Εμείς έχει σκαρφιστεί άλλη μία πολυεπίπεδη ιστορία που αξίζει ένας υποψήφιος σεναριογράφος να την παρακολουθήσει από την πρώτη πράξη πολύ προσεκτικά. Ο Τζόρνταν Πιλ, αποδεικνύοντας πόσο άριστος γνώστης του είδους είναι, σκαρώνει μια εναρκτήρια σεκάνς πολύ δυνατή- γιατί έτσι κάνει ο άριστος γνώστης, εκείνος που έχει μελετήσει ας πούμε κορυφές όπως το πρώτο Jaws. Στο μπάσιμο πολλές φορές παίζεται το παιχνίδι, στο να μας βουλιάξει το έργο με το καλημέρα σας. Το φιλμ, λοιπόν, ξεκινάει σε μια ριγκανική Αμερική του 1986 και πιο συγκεκριμένα στη Σάντα Κρουζ. Καλοκαιρινή περίοδος, βόλτα μιας μικρής αφροαμερικανής σε λούνα παρκ όπου όμως θα της αφήσει σημάδι. Το κοριτσάκι χάνεται και κατόπιν κλειδώνεται μέσα σε ένα λαβύρινθο με παραμορφωτικούς καθρέφτες κι εκεί ανακαλύπτει ότι μια σωσίας της την καταδιώκει. Παιχνίδια του παιδικού μυαλού;

Χρόνια αργότερα, κάπου στη σημερινή εποχή, το κοριτσάκι έχει γίνει γυναίκα με τη μορφή της Λουπίτα Νιόνγκο και βρίσκεται για τις καλοκαιρινές διακοπές με την οικογένειά της πάλι κάπου κοντά στη Σάντα Κρουζ. Σιγά- σιγά ανακαλύπτουμε ότι όχι μόνο η παιδική της εμπειρία αποτέλεσε τραύμα αλλά και πηγή φόβου που δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει μέχρι σήμερα, γινόμενη υπερπροστατευτική με τα παιδιά της και ιδίως το αγοράκι της οικογένειας. Τα πράγματα θα αρχίσουν να σοβαρεύουν όταν η οικογένεια ανακαλύψει ότι κάποιοι κλώνοι τους έχουν εισβάλει στο εξοχικό τους με απειλητικές διαθέσεις…

Εάν είχαμε κάποιο μάθημα ανάλυσης σεναρίου, θα άξιζε να μελετούσαμε αυτό το έργο σελίδα τη σελίδα. Για το πώς διαπραγματεύεται κυρίως την έννοια του φόβου, για το πώς ο φόβος αυτός σαν κάτι τοξικό μπορεί να δηλητηριάσει περισσότερα του ενός άτομα, για το τι συμβαίνει όταν τον αφήσουμε να κυριαρχήσει, τι ένστικτα και ποιες δυνάμεις απελευθερώνονται. Όλα αυτά τα σκέφτεσαι με αφορμή το πώς τους δίνει υπόσταση ο Τζόρνταν Πιλ και ακόμα τον ανταγωνισμό στο σύγχρονο κόσμο.

Αντί να γράψουμε κάποιο δοκίμιο γι’ αυτές τις έννοιες και τις πολιτικές τους προεκτάσεις αξίζει μονάχα να σας προτρέψουμε να βιώσετε αυτό το φιλμ. Γιατί πρώτα απ’ όλα στο σινεμά πας για να αισθανθείς. Και αυτό το έργο του Τζόρνταν Πιλ είναι μια επίθεση στις αισθήσεις. Από τον ήχο (βάλτε μέσα και τη μουσική του Michael Abels που κάνει για δεύτερη φορά σε ταινία του Πιλ παππάδες) και τη φωτογραφία του καλού στο είδος Μάικ Γιουλάκη μέχρι το μοντάζ που πρέπει να διαχειριστεί το γράψιμο του Πιλ που παίζει σε πολλά επίπεδα. Και με όλα αυτά να ξεκινούν ακριβώς από ένα σενάριο που γνωρίζει πώς θα κινηθεί και σκηνοθετικά, ένα σενάριο όπου ακόμα και η παραμικρή του λεπτομέρεια θα χρησιμοποιηθεί με κάποιο τρόπο σε επόμενη πράξη, ένα σενάριο που πάντα βρίσκεται λίγο πιο μπροστά από το θεατή του, με ουσιαστικούς υποστηρικτικούς ρόλους (Ελίζαμπεθ Μος και οικογένειά της ως… αντίπαλον δέος της οικογένειας των αφροαμερικανών) και φυσικά τέμπο. Ο Τζόρνταν Πιλ, έχοντας περάσει από το είδος της κωμωδίας και έχοντας γνώση αυτού του τέμπο, ξέρει επιπροσθέτως πώς να δώσει και για πόσο να κρατήσει τις χιουμοριστικές ανάσες αυτού του εφιάλτη.

Να τον συναντήσουμε, λέει, κάποτε το Τζόρνταν Πιλ. Τι έχουμε να τον ρωτήσουμε… Για τις φοβίες, τον τρόπο που βλέπει τα αρχέτυπα (με αυτά πρέπει να ασχολείται ένα σενάριο ώστε να μπορεί να επικοινωνήσει με όσο δυνατόν περισσότερους και όχι με τα στερεότυπα) και φυσικά τις απόψεις του για την πορεία αυτού του κόσμου.

Published by

Πάνος Λιάκος

Γεννήθηκε την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα του 1995. Από μικρό παιδί χωμένος μέσα στα λογοτεχνικά βιβλία και τον κινηματογράφο (εξ’ου και μύωψ). Στα τέλη του δημοτικού, αποφάσισε να καταφύγει μoνίμως στο μαγικό κόσμο των εικόνων. Οι πρώτες ταινίες που βλέπει και μαγεύεται είναι ο ‘’Λαβύρινθος του Πάνα’’, το ‘’Sweeney Todd’’ του Τιμ Μπάρτον (αν και δεν τα πάει καλά με τα μιούζικαλ αυτό το λάτρεψε) και το ‘’8 ½’’ του Φεντερίκο Φελίνι. Σπουδάζει Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου αλλά στην πραγματικότητα τον περισσότερο χρόνο του τον αφιερώνει για να μελετά μόνος του φιλμογραφίες σκηνοθετών, κινηματογραφικά κινήματα και τώρα τελευταία να παρακολουθεί και δημοσιογραφικές προβολές καινούριων ταινιών
Prev Νέοι κανόνες από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις ψηφιακές αγορές
Next Γαστρονομικό ταξίδι με τον Πάνο Ιωαννίδη, στο YouTube

Leave a comment

Για προστασία της εργασίας μας, έχουμε απενεργοποιήση το δεξί κλικ! Αν επιθυμείτε να μοιραστείτε το περιεχόμενό μας, χρησιμοποιείστε τα κουμπιά κοινοποίησης.