The Old Man and the Gun, του Πάνου Λιάκου

Αυτό είναι το σινεμά το ψυχαγωγικό. Με πόση συγκίνηση παρακολουθείς θρύλους όπως το Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τη Σίσσυ Σπέισεκ παρά τα χρόνια που έχουν περάσει να γουστάρουν πραγματικά την τέχνη της υποκριτικής και ταινίες είδους σαν κι αυτή εδώ. Όπως δήλωσε στο πιο πρόσφατο φεστιβάλ του Τορόντο ο Ρέντφορντ, ήθελε η τελευταία του δουλειά πάνω στην υποκριτική (εάν δεχτούμε ότι όντως αποσύρεται) να είναι διασκεδαστική.

The Old Man and the Gun

Γιατί έχει πλάκα αυτό το αστυνομικό φιλμ; Διότι βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ενός ληστή τραπεζών που είχε καταφέρει να αποδράσει 17 φορές από αμερικανικές φυλακές υψίστης ασφαλείας. Το διακριτικό στην περίπτωσή του ήταν ότι- τουλάχιστον στα τελευταία χρόνια του- παρουσιάζονταν στις τράπεζες και τις έκλεβε εντελώς κυριλέ, σαν πραγματικός τζέντλεμαν με ευγενή φρασεολογία και το χαμόγελο στα χείλη. Ε, ναι, η φιγούρα του Ρόμπερτ Ρέντφορντ ταιριάζει σε αυτό το ρόλο. Ο σεναριογράφος πιάνει το νήμα από το 1981 και τρέχει παράλληλα δύο ιστορίες: αφενός του Τάκερ και της συμμορίας του (ενδιαμέσως υπάρχουν και οι γλυκύτατες σκηνές με τη Σίσσυ Σπέισεκ να υποδύεται μια χήρα που φλερτάρει με τον Τάκερ και τη μουσική του Ντάνιελ Χαρτ να φτιάχνει ρομαντικό θεματάκι) και αφετέρου του ντετέκτιβ Τζον Χαντ που θέλει πάση θυσία να τον βάλει στο χέρι. Αυτή τη δεύτερη ιστορία κλέβει με την ερμηνεία του ο Κέισι Άφλεκ.

Εκείνο που αποδεικνύει την καλή δουλειά που έχει γίνει στο σενάριο από το Ντέιβιντ Λόουερι (σκηνοθέτης επίσης του έργου) είναι το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες σκηνές που μας δείχνουν την ανθρώπινη πλευρά των δύο ηρώων, τις σχέσεις τους με τους ανθρώπους της καθημερινότητάς τους. Κυρίως αυτό ισχύει στην περίπτωση του Άφλεκ με κάποιες μικρές σκηνές του οικογενειακού/ συζυγικού βίου του. Στην περίπτωση του χαρακτήρα του Ρέντφορντ έχουμε να κάνουμε σαφώς με ένα μούτρο που έχει εγκαταλείψει όλες τις πρώην γυναίκες του, όμως είναι πραγματικά δεμένος με τους υπόλοιπους της συμμορίας του. Αυτά τα άλλα μέλη δεν είναι άλλοι από τους Ντάνι Γκλόβερ και Τομ Γουέιτς. Όπου ο Τομ Γουέιτς μας τη βγαίνει πολύ σωστά, τον πάει το μέσο, ο σεναριογράφος του δίνει και έναν παράδοξο μονόλογο που εκείνος τον απογειώνει. Σάμπως λιγότερο προσεγμένο είναι το γράψιμο στο ρολάκι της Ελίζαμπεθ Μος; (φτιάχνει μέσα σε μία μόλις σκηνή την κόρη του Τάκερ που συναντά ο ντετέκτιβ).

Πρέπει, επίσης, να δείτε πόσο στην τσίτα είμαστε για το εάν τελικά ο Ρέντφορντ θα τρακαριστεί με το ντετέκτιβ του Άφλεκ, πώς κορυφώνει το σενάριο την αγωνία μας και τι σκηνή απίστευτου στυλ (διότι και το κλειδί της εγκληματικής προσωπικότητας του Τάκερ αυτό είναι) μας δίνει όταν επιτέλους βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο! Καθώς ο σεναριογράφος έχει αρκετή εμπειρία και στον τομέα του μοντάζ, δεν μας κάνει εντύπωση το ότι το σενάριό του βοηθάει τη μοντέρ Lisa Zeno Churgin (υποψήφια για Όσκαρ το 2000 με το The cider house rules) να βάλει σε μια σειρά τις εικόνες του με σχεδόν μουσικό ρυθμό, χωρίς να αισθανόμαστε ποτέ ότι η ταινία ξεχειλώνει (φαίνονται μελετημένες ακόμα και οι παύσεις στους διαλόγους, άσε η πρώτη μεγάλη σκηνή ληστείας όπου από τη μια έχεις το νου σου- το μοντάζ δηλαδή σε σπρώχνει- στο να δεις πώς θα ληστέψει ο Ρέντφορντ και από την άλλη ακούς το ντετέκτιβ του Άφλεκ να λέει ένα ανέκδοτο στο γιο του- πρόταση του ίδιου του Άφλεκ στα γυρίσματα αυτή η επίθεση στις αισθήσεις που εμείς απολαμβάνουμε).

Δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή είναι μια μεγαλειώδης έξοδος για το Ρόμπερτ Ρέντφορντ από την υποκριτική, αλλά και πάλι δεν θα ήταν διόλου ειλικρινής αν ισχυρίζονταν ότι δεν ευχαριστήθηκε με αυτό εδώ το φιλμ , με την ατμόσφαιρα που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο παλαίμαχους ή ότι το σενάριο δεν του έφερε στο νου κάτι από το ψυχαγωγικό σινεμά της δεκαετίας του ’70.