Οι Απίθανοι 2, του Πάνου Λιάκου

Άργησαν δεκατέσσερα χρόνια, αλλά οι αγαπημένοι animation σούπερ ήρωες επέστρεψαν στη μεγάλη οθόνη σε ένα από τα πιο απολαυστικά σίκουελ του είδους που έχουμε δει. Αρκετές φρέσκιες ιδέες, ανάπτυξη χαρακτήρων που θα ζήλευαν ακόμη και ταινίες που απευθύνονται αποκλειστικά σε ενήλικες, δράση και χιούμορ συνθέτουν το πορτρέτο μιας ταινίας που θα ευχαριστηθούν τόσο οι μικροί θεατές όσο και οι συνοδοί τους.

CREATOR: gd-jpeg v1.0 (using IJG JPEG v62), quality = 82
Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης των Απίθανων, Μπραντ Μπέρντ, με την έναρξη κιόλας της ταινίας κλείνει το μάτι στο είδος της κατασκοπευτικής περιπέτειας όσο και του σούπερ ηρωικού φιλμ (θα το κάνει πολλές φορές ακόμα με ισορροπημένη χρήση ψηφιακών εφέ και χιουμοριστικών ευρημάτων, όπως και στην πρώτη ταινία) και μάλιστα τολμάει να μας μπάσει στην ιστορία χρησιμοποιώντας έναν υποστηρικτικό χαρακτήρα η σχέση του οποίου με την έφηβη Απίθανη Βιολέτα θα αποτελέσει μέρος της πλοκής και φυσικά της εξέλιξης της πρωταγωνίστριας. Η σούπερ οικογένεια βρίσκεται σε αποστολή, προσπαθεί να προλάβει τον Υπονομευτή προτού επιτεθεί στο δημαρχείο. Οι ζημιές πολλές γι’ αυτό οι Αρχές μετά το πέρας της αποστολής αποφασίζουν να θέσουν τέλος στο τμήμα των σούπερ ηρώων που τους βοηθούσε κι εκείνοι επιστρέφουν στη ρουτίνα τους. Πολύ σύντομα, όμως, ένας μεγιστάνας των επικοινωνιών και της τεχνολογίας, θα θελήσει να συσπειρώσει πολλούς σούπερ ήρωες με σκοπό να αποδείξουν στην ανθρωπότητα ότι είναι αναγκαίοι.

Την πρώτη αποστολή θα αναλάβει η μαμά της οικογένεια, η Έλεν (ελαστίνα) ενώ ο κύριος Απίθανος θα μείνει πίσω στο σπίτι με τα παιδιά- πολύ σύντομα όμως η μαμά θα έχει μπλεξίματα και θα αναγκαστούν όλοι να φορέσουν ξανά τις κόκκινες στολές τους. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη των παιδιών ως χαρακτήρων, η ωρίμανσή τους (το πρώτο ραντεβού της Βιολέτας, η αγάπη του Ντας για τα αυτοκίνητα) η ανακάλυψη των σούπερ ικανοτήτων του μικρότερου μέλους της οικογένειας, αποτελούν μερικά μόνο από τα στοιχεία που μας κάνουν να μιλάμε για ένα σενάριο που θα ζήλευε και ταινία ενηλίκων. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από ένα εικοσάλεπτο παρακολούθησης σχεδόν ξεχνάς ότι βλέπεις μια animation ταινία. Έχεις παραδοθεί πλέον ολοκληρωτικά στη μαγεία αυτής της τέχνης, σε έχει καταπιεί το παραμύθι. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι φωνές των ηθοποιών- και κυρίως του Κραιγκ Τ. Νέλσον που αναλαμβάνει το ρόλο του πάτερ φαμίλια. Με μια άρθρωση που κατευθύνεται από το σενάριο ώστε πότε να μας βγάλει το γέλιο (με τη βοήθεια και του μοντάζ) όταν έρχεται αντιμέτωπος με την καθημερινότητα των παιδιών στο σπίτι, πότε να βγαίνει σχεδόν ξεψυχισμένη (οι σκηνές όπου παραδίνεται στην κούραση) και πότε ηρωική όταν αναλαμβάνει να δράσει ως σούπερ ήρωας πια.

Ένα σενάριο καταλαβαίνεις ότι είναι καλογραμμένο από το πώς στήνει τους υποστηρικτικούς ρόλους. Οι κακοί, οι φίλοι της οικογένειας, η παλιά μας γνώριμη η Έντνα, όλοι αυτοί έχουν υπόσταση και ψυχολογικό υπόβαθρο- στα πλαίσια πάντα της ταινίας του είδους που υπηρετεί ο Μπραντ Μπερντ. Μέσω των κακών, επί παραδείγματι, γίνονται κάποια σχόλια που αφορούν στους ανθρώπους που διαχειρίζονται στη δεκαετία μας την πληροφορία και την τεχνολογία εν γένει. Ακόμα κι αν αυτά τα σχόλια γίνονται σε ένα safe πλαίσιο, σε εντυπωσιάζει το γεγονός ότι βρίσκεις τέτοιες αιχμές εδώ.

Από εκείνα τα απολαυστικά φιλμ των Disney/ Pixar όπου μετά το πέρας της προβολής έχουν υλικό για επεξεργασία τόσο τα πιτσιρίκια όσο και οι μεγάλοι. Γι’ αυτό λατρεύουμε τις περισσότερες ταινίες αυτών των στούντιο, διότι δεν φτιάχνουν μονοσήμαντες ταινίες ‘’για παιδιά μέχρι 12 ετών’’, αλλά ταινίες που με το storytelling τους εκπαιδεύουν σε όμορφη αισθητική και φυσικά ψυχαγωγούν άπαντες. Δεν θα ήταν απίθανο, αν βρίσκαμε την εν λόγω ταινία στα επερχόμενα Όσκαρ πέρα από την κατηγορία της animation ταινίας και σε εκείνες του σεναρίου (για όλους τους λόγους που αναλύσαμε πιο πάνω) και του ήχου (άπειρη δουλειά των μπροστάρηδων αλλά και των βοηθών τους με τόσες σκηνές δράσης αλλά και κωμικών ευρημάτων)- όπως είχε συμβεί με την πρώτη ταινία.
*Πριν την έναρξη της ταινίας, προβάλλεται το πολύ γλυκό, επίσης οικογενειακής θεματολογίας- και πιο συγκεκριμένα έχει να κάνει με το λεγόμενο σύνδρομο της άδειας φωλιάς (το αισθάνονται οι γονείς και ιδίως οι μητέρες όταν τα παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι)- μικρού μήκους φιλμ Bao. Μια ιστορία που σε αγγίζει με τις άλλοτε συγκινητικές και άλλοτε χιουμοριστικές εικόνες της, χωρίς να βασίζεται στα λόγια αλλά ακριβώς στις εικόνες και την σπουδαία τέχνη του animation.

Tully, του Πάνου Λιάκου

Έχει κότσια αυτή η Σαρλίζ. Και σε κάθε περίπτωση ακομπλεξάριστη και με όρεξη για εκείνο που λέμε τέχνη της υποκριτικής. Είναι από εκείνες που όχι μόνο δέχονται να τσαλακώσουν το είδωλό τους για χάρη του ρόλου αλλά το επιδιώκουν κιόλας.

tully-charlize-theron

 

Ας μην ξεχνάμε ότι το Όσκαρ της η Σαρλίζ το κέρδισε το 2004 με την ερμηνεία της στην ταινία Monster- όπου είχε εξωτερικώς και εσωτερικώς μετατραπεί σε ένα τέρας. Ο διευθυντής φωτογραφίας εκείνης της ταινίας, Steven Bernstein, μου έλεγε τον προηγούμενο Οκτώβριο στα σεμινάρια που έδινε στη Σύρο το πόσο δύσκολο ήταν για εκείνον να μετατρέψει με τη βοήθεια των φωτισμών του μια από τις πιο όμορφες γυναίκες του πλανήτη, σε μια τερατώδη σίριαλ κίλερ- και με τη δική της επίμονη παρότρυνση, φυσικά. Σάμπως λιγότερη ψυχούλα έβαλε η Σαρλίζ σε ταινίες δράσης όπως το Mad Max και το παραγνωρισμένο Atomic Blonde; Υπηρέτρια της τέχνης και των κανόνων του εκάστοτε είδους.

Στην Tully βρισκόμαστε πάλι ενώπιον μιας μεταμόρφωσης της ηθοποιού. Υποδύεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, μάλλον παραιτημένη, με τάσεις μελαγχολίας και τρία παιδιά- το ένα στα σπάργανα. Η σεναριογράφος Ντιάμπλο Κόντι (Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου το 2008 για την ταινία Juno) έχει σκαρφιστεί έτσι τον πρόλογο της ταινίας ώστε η πρώτη εικόνα που βλέπουμε είναι η κοιλιά της ηρωίδας- μια υπέρβαρη από την εγκυμοσύνη γυναίκα να εισέρχεται στο δωμάτιο του γιου της. Όσο προχωρά η ταινία θα μάθουμε ότι ο γιος της έχει προβλήματα υπερκινητικότητας, είναι σχεδόν αυτιστικός (η ψυχρή αντιμετώπιση αυτών των παιδιών από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στηλιτεύεται μέσα από τον προσεγμένο β’ ρόλο τη διευθύντριας). Με τον ερχομό του καινούριου μωρού η καθημερινότητα θα γίνει πιο αφόρητη για την πρωταγωνίστρια με τον άνδρα της να λείπει πολλές ώρες στη δουλειά και την ίδια να οδηγείται σχεδόν στην τρέλα (επιλόχειος κατάθλιψη προ των πυλών;). Πάνω εκεί αποφασίζει να δεχτεί να προσλάβει την Tully, μια νυχτερινή νταντά για το μωρό (όπως της είχε προτείνει πιεστικά ο αδερφός της) με την οποία σταδιακά θα έρθουν πιο κοντά ενώ στο τελευταίο μέρος σε σκηνικό νοσοκομείου αποκαλύπτεται κάποιο μυστικό που ολοκληρώνει το ψυχογράφημα της κεντρικής ηρωίδας και επιβεβαιώνει κάποιες υποψίες που μας έχουν γεννηθεί.

Καθώς η σεναριογράφος έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με τον υποψήφιο για τέσσερα Όσκαρ σκηνοθέτη Τζέισον Ράιτμαν, βλέπουμε στην Tully ότι η συνεργασία μεταξύ τους βγάζει μια τέτοια αρμονία που σχεδόν ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Παρά το γεγονός ότι είναι από τις ταινίες που παρασύρουν το θεατή περισσότερο με το διάλογο και το μύθο τους, ο Ράιτμαν εδώ εκείνο που είχε να πετύχει (το καταφέρνει, εν τέλει τόσο αυτός όσο και η πρωταγωνίστριά του με τη χαμελαιόντεια ερμηνεία της) ήταν το να μας μεταφέρει την ψευδαίσθηση πως ό, τι συμβαίνει στην ηρωίδα από τη γέννα και μετά είναι απολύτως ρεαλιστικό ενώ στην πραγματικότητα η ψυχοσύνθεσή της είναι περισσότερο διασαλευμένη απ’ όσο νομίζουμε.

Η Ντιάμπλο Κόντι έχει προσέξει πολύ στο πώς να μας μεταφέρει τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη λεχώνα και τη νυχτερινή νταντά. Μια νεαρή γυναίκα με τη μορφή της Μακένζι Ντέιβις (πολύ καλή η χημεία με τη Σαρλίζ, φαντάζομαι θα έπεσαν άπειρες πρόβες), από εκείνες τις σύγχρονες νταντάδες, τις σπουδαγμένες και με επαναστατικό τρόπο σκέψης. Καθότι είναι ένα φιλμ που δεν επιδιώκει τη σοβαροφάνεια, το χάσμα των γενεών όπως επίσης και η υπολανθάνουσα ομοφυλοφιλία μεταξύ των δύο γυναικών δίδονται με αρκετό χιούμορ- αρκεί κανείς να δει σκηνές όπως εκείνη όπου η νταντά καταφτάνει τη στιγμή όπου η μητέρα παρακολουθεί στην τηλεόραση ένα reality show για τη ζωή των ζιγκολό ή εκείνη όπου η Tully μεταμορφώνεται στη νεανική φαντασίωση του πάτερ φαμίλια. Σαν θέατρο του παραλόγου.

Από την άλλη, η δουλειά που έχει γίνει στους υποστηρικτικούς ανδρικούς χαρακτήρες δεν ενθουσιάζει (πιθανόν διότι συνειδητά το σενάριο δίνει βάση περισσότερο στους γυναικείους χαρακτήρες) . Σύζυγος και αδερφός της ηρωίδας παρουσιάζονται πιο αδρά σχεδιασμένοι- εύκολα φεμινιστικά σχόλια μπορούν να προκύψουν από αυτούς- και δίχως μεγάλες σκηνές που να τους ολοκληρώνουν. Παρόλα αυτά οι σκηνές στην κρεβατοκάμαρα με το Ρον Λίβινγκστον αιχμαλωτίζουν κάτι από την καθημερινότητα των σημερινών ζευγαριών, την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, με τον καθένα καθηλωμένο μπροστά από τη δική του οθόνη, τη δική του κοσμάρα.

Εν ολίγοις, και μόνο το όνομα της σεναριογράφου είναι ικανό να προετοιμάσει το θεατή ότι δεν θα δει μια απολύτως συμβατική ταινία σχετικά με τη μητρότητα ενώ δεν γίνεται να μη θαυμάσει τη βουτιά που επιχειρεί να κάνει η Σαρλίζ Θερόν (η γενναιότητα της οποίας δεν είναι απίθανο να τραβήξει την προσοχή της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, είτε βρεθεί τελικά η Θερόν με υποψηφιότητα είτε όχι) στον ψυχολογικό κόσμο μιας τέτοιας μητέρας.

Εγώ, η Τόνια, του Πάνου Λιάκου

Η ιστορία της Τόνια Χάρντινγκ (καλλιτεχνικό πατινάζ) είναι από εκείνες που όταν ακούσει κανείς δεν μπορεί παρά να αναφωνήσει «αυτό είναι σαν να βγήκε από κινηματογραφική ταινία». Να λοιπόν που το Χόλυγουντ δεν άφησε ανεκμετάλλευτη μια ιστορία ζωής με τόσες δυσκολίες, παράδοξα και αστυνομικό μυστήριο.

Εγώ η Τόνια

Έχοντας ανακοινώσει τις υποψηφιότητες για τα βραβεία τους, τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου μας καλούν σε μια πρώτη φάση να δώσουμε προσοχή αφενός στις δύο γυναικείες ερμηνείες της ταινίας (υποψηφιότητα Α’ Γυναικείου ρόλου για τη Μαργκό Ρόμπι και Β’ Γυναικείου ρόλου για την Άλισον Τζάνεϊ που τη βλέπουμε στο ρόλο της μητέρας της Χάρντινγκ) καθώς επίσης και στο μοντάζ της Τατιάνα Σ. Ρίγκελ. Το μοντάζ του Εγώ, η Τόνια θα μπορούσαμε να πούμε ότι διδάσκεται πολλά από το σινεμά του Μάρτιν Σκορσέζε, όπως άλλωστε και η σκηνοθεσία του Κρεγκ Τζιλέσπι. Είναι επίσης το μοντάζ που- σαφέστατα- δίνει στην ταινία ένα γρήγορο ρυθμό, διαποτισμένο από ειρωνεία και χιούμορ.

Και ως προς αυτό βοηθάει το σενάριο του Στίβεν Ρότζερς που έχει γραφτεί με φανερή γνώση του πώς μπορούν να συνδυαστούν αρμονικά το κωμικό με το δραματικό ενώ δεν είναι λίγες οι στιγμές που σπάει τον λεγόμενο τέταρτο τοίχο και οι ήρωες της ιστορίας απευθύνονται κατευθείαν σε εμάς, τους θεατές- απολαυστικές οι σκηνές των συνεντεύξεων. Παρόλα αυτά, συνομιλώντας με ανθρώπους που κάνουν σινεμά στο εξωτερικό συνειδητοποιήσαμε ότι δεν αποθεώνουν το σενάριο της ταινίας – οι χαρακτήρες κατά την άποψή τους δεν διαγράφουν το λεγόμενο τόξο (character arc). Κάτι ακόμη το οποίο ξενίζει είναι η επιλογή να παίξει η Μαργκό Ρόμπι και την δεκαπεντάχρονη εκδοχή της ηρωίδας της- όμως εύκολα αυτό θα μπορούσαμε να το παραβλέψουμε αν αναλογιστούμε ότι σε γενικές γραμμές έχουμε να κάνουμε με ταινία που ρέπει προς την κωμωδία.

Η Τόνια Χάρντινγκ κατάφερε να ξεχωρίσει μιας και από πολύ μικρή ηλικία η μητέρα της είχε εντοπίσει το ταλέντο της στο καλλιτεχνικό πατινάζ και την υποστήριζε με έναν εντελώς ανορθόδοξο τρόπο που περιλάμβανε μειωτικούς χαρακτηρισμούς, ακόμη και σωματική βία. «Εγώ σε έκανα πρωταθλήτρια», θα της πει μετά από καιρό. Η Άλισον Τζάνεϊ στο ρόλο της μητέρας είναι τρομακτική. Με τη βοήθεια του ενδυματολογικού τμήματος της ταινίας και του μακιγιάζ έχει μεταμορφωθεί πλήρως σε αυτή τη σκληρή γυναίκα- κατά βάθος θύμα του αμερικανικού ονείρου.

Για τη Μαργκό Ρόμπι αξίζει να γράψουμε εκείνο που είχαμε γράψει πριν μερικές βδομάδες για την Τζέσικα Τσαστέιν στο Mollys Game. Ότι δηλαδή κατάφερε να δώσει μια ερμηνεία υψηλού επιπέδου χωρίς ωστόσο να αλλοιώσει την εξωτερική της εμφάνιση- όπως την είχε αλλοιώσει το 2003 η Σαρλίζ Θέρον στο Monster.  H Μαργκό Ρόμπι λάμπει μέσα στα κοστούμια των σκηνών στον πάγο (κυριαρχεί το μπλε όπως και στη σκηνογραφία)- σκηνές που προκαλούν την εντύπωση του θεατή με τον περίτεχνο τρόπο που κινείται η κάμερα. Εκείνο το ύφος που βάσει του ρόλου πρέπει να βγάλει- και το πετυχαίνει η Ρόμπι- είναι το ύφος το λίγο πιο αλήτικο, ενός κοριτσιού που προσπαθεί πολύ και όμως δεν γίνεται αποδεκτό αμέσως από τις κριτικές επιτροπές διότι δεν προέρχεται από υγιή αμερικανική οικογένεια. Η μεγάλη της σκηνή κατά την άποψή μας είναι προς το τέλος- ντυμένη και βαμμένη καλλιτεχνικά- να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να βγάζει έναν κλαυσίγελο το κάτι άλλο.

Η Τόνια Χάρντινγκ γίνεται η πρώτη Αμερικανίδα που εκτελεί το τριπλό άξελ. Το κορίτσι που συγκλόνισε τον κόσμο, με τις συμμετοχές στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 θα εμπλακεί σε ένα μεγάλο σκάνδαλο- με τον τραυματισμό της αντιπάλου της Νάνσι Κέριγκαν από τον σωματοφύλακά της. Ήταν ο σύζυγός της, Τζεφ (εντελώς θυελλώδης η σχέση τους, με αυτόν να της ασκεί βία και η ίδια συνηθισμένη όπως ήταν ήδη από τη μητέρα της τον συγχωρούσε- ο Σεμπάστιαν Σταν στο ρόλο), που ήθελε απλά να τρομοκρατήσουν την Κέριγκαν με κάποια απειλητικά γράμματα αλλά ο σωματοφύλακας έπραξε αλλιώς (ο Πολ Γουόλτερ Χάουζερ μια έκπληξη σε αυτό το ρόλο, αναμένουμε να δούμε αν θα έχει ανάλογη συνέχεια στην κατηγορία του δεύτερου ρόλου). Να γνώριζε εξαρχής τη βρώμικη δουλειά η Τόνια; «Δεν υπάρχει αλήθεια. Ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια», είναι κάποια από τα τελευταία σκωπτικά λόγια που ακούγονται στην ταινία. Εν πάση περιπτώσει, η Τόνια θα δηλώσει ένοχη και οι κυρώσεις θα είναι κάτι παραπάνω από κάποιες ώρες κοινωνικής εργασίας. Άλλη μια καλή στιγμή της Μαργκό Ρόμπι είναι εκείνη στο τελευταίο μέρος, στη δίκη.

Το Εγώ, η Τόνια μπορεί να μην αφήνει τη γεύση της μεγάλης ταινίας αλλά είναι πρωτίστως σινεμά ψυχαγωγίας, με ένα ρυθμό (αχ, αυτό το μοντάζ!) που σπανίως συναντούμε σε κινηματογραφικές βιογραφίες.

Οι Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μισούρι, του Πάνου Λιάκου

Ένα από τα μεγαλύτερα φαβορί για τα επερχόμενα Όσκαρ. Μια ταινία που συζητιέται πολύ για τον τρόπο που κινείται ανάμεσα στο αστυνομικό είδος και την τραγωδία καθώς επίσης για τις ερμηνείες των Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Γούντι Χάρελσον και Σαμ Ρόκγουελ.

Οι Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ
Όσο τετριμμένο και αν ακούγεται, θα πρέπει να το επαναλάβουμε. Τα πάντα ξεκινούν από το γράψιμο του σεναρίου. Κι ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από αυτό το σενάριο- που το μετατρέπει με ακρίβεια και σε εικόνες- είναι ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, ο ταλαντούχος συγγραφέας από την Ιρλανδία. Με πιο γνωστές στιγμές του τον Πουπουλένιο για το θέατρο και την Αποστολή στη Μπρυζ για τον κινηματογράφο. Με τις Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μισούρι, βρισκόμαστε ενώπιον της καλύτερης δουλειάς του για το σινεμά, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μεγάλο μάθημα συγγραφής κινηματογραφικών χαρακτήρων και δημιουργίας σασπένς όχι αποκλειστικά μέσω του αστυνομικού στοιχείου.

Στα πρώτα πέντε κιόλας λεπτά (τι οικονομία!) έχουμε αντιληφθεί τις γενικές γραμμές της υπόθεσης. Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ υποδύεται μια μητέρα που εδώ και λίγους μήνες έχει χάσει την κόρη της που κάποιος έκαψε και βίασε. Θέλοντας να κινητοποιήσει περισσότερο τις δυνάμεις της Αστυνομίας αγοράζει τρεις πινακίδες και τοποθετεί προειδοποιητικά σήματα που όπως είναι φυσικό θα τραβήξουν την προσοχή της τοπικής κοινωνίας. Αμέσως γνωριζόμαστε και με τους δυο αστυνομικούς, τον έναν- ρατσιστή, νευρικό που μένει ακόμα με τη μητέρα του υποδύεται ο Σαμ Ρόκγουελ και ο άλλος έχει τη μορφή του Γούντι Χάρελσον- ο αστυνομικός του πεθαίνει από καρκίνο.

Η κεντρική ιστορία της μητέρας διαπλέκεται τόσο αριστοτεχνικά με αυτές των δύο αστυνομικών, ο Μακ Ντόνα με μεγάλη μαεστρία παραμερίζει κάποτε την ηρωίδα του για να μας μεταφέρει την καθημερινότητα των δύο άλλων ανθρώπων, που είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τις πρώτες του αντιδράσεις μπροστά σε ένα τέτοιο Σινεμά. Σε κάθε περίπτωση αυτό που βγαίνει είναι ότι ο Μακ Ντόνα ενδιαφέρεται για τους χαρακτήρες του και καταφέρνει να μας κάνει κι εμάς να ενδιαφερθούμε για τα προσωπικά τους δράματα. Ας μην μπερδεύει, ωστόσο, τους θεατές η φωτογραφία της ταινίας και η πρωταγωνίστρια- κάποιοι θα πουν ότι έχουμε να κάνουμε με ένα έργο στο ύφος των Κοέν αλλά έτσι θα αδικούσαμε την πρωτότυπη γραφή του Μακ Ντόνα που μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο μας κρατάει καθηλωμένους για να δούμε πού το πάει.

Ένας συγγραφέας του διαμετρήματός του (αλήθεια υπάρχουν πολλοί τέτοιοι πλέον;) σαφώς και ξέρει να επιλέγει κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα των ηρώων του, να δημιουργεί συγκρούσεις, να κάνει το θεατή να νιώθει τον περίφημο αριστοτελικό οίκτο αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε διόλου τους πρωταγωνιστές της ταινίας. Πρώτα- πρώτα η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ (εντός της οσκαρικής πεντάδας με τα χίλια) με αυτή τη στωικότητα στο πρόσωπο που μετατρέπεται μέσα σε λίγες στιγμές, με ένα μόνο σήκωμα το φρυδιού σε σκληράδα, μας δίνει την εικόνα μιας μάνας που μετά το χαμό του παιδιού της δεν υπολογίζει ούτε φοβάται τίποτα προκειμένου να βρει τον ένοχο. Το πορτρέτο της μοιάζει πιο ολοκληρωμένο αν εξετάσουμε το μοναδικό φλας μπακ της ταινίας και κάποια λογομαχία που φαίνεται να είχε με την κόρη της. Από εκεί αλλά και από κάποια λόγια του πρώην συζύγου της απορρέουν τα ψήγματα τύψεων που διακρίνουμε στη φιγούρα της.
Γούντι Χάρελσον και Σαμ Ρόκγουελ. Από όσα ακούγονται, μάλλον θα είναι και οι δύο υποψήφιοι για το Όσκαρ του Β’ Ανδρικού ρόλου. Δεν έχουν μονάχα backstory οι χαρακτήρες τους αλλά τους γνωρίζουμε στο παρόν τους, στις σχέσεις τους με τις οικογένειές του και στις κρίσιμες αποφάσεις τους. Ο Ρόκγουελ υπακούοντας σαν μαθητούδι στα όσα του δείχνει το σενάριο σχετικά με το ρόλο του, καταφέρνει πότε να μας γίνεται αντιπαθής για τις ρατσιστικές απόψεις αυτού του αστυνομικού, πότε να αισθανόμαστε τη θλίψη του για το χαμό του ανωτέρου του (πόσο ανθρώπινα αιχμαλωτίζεται στο φακό αυτή η στιγμή που πολλοί θα έχουν νιώσει στον εργασιακό τους χώρο) και έπειτα να κατανοούμε πώς μπορεί κάποιος που από μικρό παιδί φορτώθηκε τη μητέρα του στους ώμους του να γίνεται δύστροπος. Πραγματικά καθηλωτικός ο Ρόκγουελ- ιδίως στο τελευταίο μέρος, αφού έχει διαβάσει ένα σημαντικό για την εξέλιξη/μεταστροφή του χαρακτήρα του- όπως θα αποδειχθεί- γράμμα.

Το ίδιο ώριμος υποκριτικά είναι και ο Χάρελσον στο ρόλο του ετοιμοθάνατου διευθυντή της αστυνομίας- οπωσδήποτε ο σεναριογράφος θα είχε στο μυαλό τη δική του φυσιογνωμία όταν έγραφε αυτό το θαυμάσιο υποστηρικτικό ρόλο. Του έχει γράψει πραγματικά θαυμάσιες σκηνές και ιδίως ξεχωρίζουν εκείνες στις οποίες «αποχαιρετά» την οικογένειά του, το παιχνίδι στην ακροποταμιά με τα παιδιά και το τελευταίο σμίξιμο με τη γυναίκα του που θα της μείνει σαν «πολύ ωραίο γαμήσι». Ώρες θα μπορούσαμε να γράφουμε και για τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ταινίας, όπως τον γιο της ΜακΝτόρμαντ που υποδύεται ο Λούκας Χέτζες και βγάζει ένα διαφορετικό στάδιο θρήνου (μελαγχολία, πιο χαμηλοί τόνοι) από εκείνο (των πρώτων αντιδράσεων) που έβγαλε πέρυσι στο Μια Πόλη δίπλα στη θάλασσα. Εξίσου δυνατός και ο πρώην του Τζόν Χόουκς με την μικρή Σαμάρα Γουίβινκ ως καινούρια σύντροφό του. Ο σεναριογράφος που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του φαίνεται και σε αυτό ακόμη τον πολύ ρόλο της Γουίβινγκ και τον τρόπο που μας δείχνει την αμηχανία της στη σκηνή του εστιατορίου βάζοντάς της να κάνει ολίσθημα της γλώσσας που θα προκαλούσε την περιέργεια του δόκτορος Φρόυντ.

Όσοι λατρεύουν τις ταινίες σεναρίου και διαλόγων, ας σπεύσουν.

Molly’s Game, του Πάνου Λιάκου

Καιρό είχαμε να απολαύσουμε ταινία σε μεγάλη οθόνη και έπρεπε να γίνει κι αυτό διότι σιγά- σιγά ανοίγει η οσκαρική περίοδος και βλέπουμε στις αίθουσες πολλές από τις ταινίες που προς το παρόν ακούγονται ότι θα έχουν υποψηφιότητες για τα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου αλλά που θα το επιβεβαιώσουμε με την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων στις 23 Ιανουαρίου.

mollys-game

Στο Mollys Game ο Άαρον Σόρκιν σκηνοθετεί για πρώτη φορά δικό του σενάριο προκειμένου να αφηγηθεί την αληθινή ιστορία της Μόλλυ Μπλουμ που υπήρξε σκιέρ σε χειμερινούς Ολυμπιακούς αγώνες αλλά εξαιτίας ατυχήματος αποσύρθηκε και σταδιακά ασχολήθηκε με τη διοργάνωση παιχνιδιών πόκερ στα οποία έπαιρναν μέρος πλούσιοι και διάσημοι, έβγαλε πολλά χρήματα αλλά στις τελευταίες στιγμές όλου αυτού του κόλπου κάποιες μοιραίες επιλογές (ήταν και υπό την επήρεια των ναρκωτικών) ως προς τους παίχτες οδήγησαν το FBI στα βήματά της.

Ο Σόρκιν είναι ένας έμπειρος σεναριογράφος που η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου τον έχει ξεχωρίσει για τη δουλειά του στην κατηγορία του διασκευασμένου σεναρίου με ένα Όσκαρ για το The Social Network και υποψηφιότητα για το Moneyball. Μπορούμε να πούμε ότι και το Mollys Game– ένα ακόμη διασκευασμένο σενάριο από το βιβλίο της ίδιας της Μπλουμ- διατηρεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων ταινιών, την σπιρτόζικη αφήγηση και την περιγραφικότητα. Είναι από εκείνα τα σενάρια που ο ρυθμός που έχουν βοηθά τους μοντέρ των ταινιών και γι’ αυτό εάν παρατηρήσετε προσεκτικά θα δείτε ότι στην περίπτωση του The Social Network υπήρξε νίκη και στις δυο οσκαρικές κατηγορίες (μοντάζ και διασκευασμένου σεναρίου) όπως επίσης και υποψηφιότητες στο Moneyball.

Εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι ο πιο αβανταδόρικος ρόλος είναι εκείνος της Τζέσικα Τσαστέιν που αναλαμβάνει να δώσει σάρκα και οστά στη Μόλλυ Μπλουμ που θα αποδειχθεί μια έξυπνη όσο και πολύπλοκη προσωπικότητα. Το καλό εδώ είναι ότι η Τσαστέιν δεν τσαλάκωσε την ομορφιά της- δεν απαιτούσε κάτι τέτοιο ο ρόλος- και παράλληλα με όλη αυτή την ομορφιά βλέπουμε κα τις ερμηνευτικές της ικανότητες, το πέρασμα από την ειρωνεία στις καθαρά δραματικές σκηνές ενώ εκτός από τα φορέματα που αναδεικνύουν το μπούστο της θαυμάζουμε την άρθρωσή της- στην τελευταία μεγάλη σκηνή της με τον δικηγόρο του Ίντρις Έλμπα έχετε το νου σας. Ειρήσθω εν παρόδω, μιας και μεγάλο μέρος του φιλμ ασχολείται με τις δικαστικές διαμάχες που είχε η Μόλλυ Μπλουμ, βλέπουμε και τη σχέση της με τον δικηγόρο της και οι σκηνές που μοιράζονται στην ταινία η Τσαστέιν με τον Έλμπα είναι υπέροχες, με παλμό και χημεία μεταξύ τους, ειδικότερα στις πιο μεγάλες σε έκταση όπως έχει ήδη σημειωθεί.

Πέρα από το δράμα, όμως, η ταινία προσφέρει και αρκετή ψυχαγωγία- ιδίως στις σκηνές με τα παιχνίδια πόκερ που μας αποκαλύπτουν και την ψυχοσύνθεση των παικτών-καρχαριών. Οι αναδρομές στο παρελθόν της ηρωίδας (ευτυχώς δεν χάνεται κανείς με το πηγαινέλα στην αφήγηση κι αυτό χρεώνεται ως θετικό στο Σόρκιν)  φωτίζουν ακόμη περισσότερο την προσωπικότητά της ενώ το κομμάτι της σχέσης με τον πατέρα της επεξηγεί την μανία της να κυριαρχεί πάνω σε ισχυρούς άντρες. Όπου στο ρόλο του πατέρα ένας Κέβιν Κόστνερ που θα ήταν εντελώς παραγκωνισμένος εάν δεν υπήρχε και η σκηνή στο τελευταίο μέρος με την κόρη του στο παγκάκι όπου βλέπουμε την ιδιότητά του ήρωα του ως ψυχολόγου να χρησιμεύει δραματουργικά και να ολοκληρώνει το πορτρέτο της Μόλλυ.

H ψυχή και το σώμα, του Πάνου Λιάκου

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Άνθρωποι που περνάνε καθημερινά από δίπλα μας, στο δρόμο, στο λεωφορείο στο μετρό. Μπορεί να είμαστε κι εμείς οι ίδιοι τέτοιοι άνθρωποι. Βλέπεις ένα γυναικείο πρόσωπο στο τρένο και αναρωτιέσαι : «να αισθάνεται κι αυτή τόσο μόνη όσο κι εγώ;» Κι όμως δεν της μιλάς.  Άλλες φορές παρατηρείς στο λεωφορείο  έναν άνδρα να κάθεται δίπλα-δίπλα με μια γυναίκα και να μην ανταλλάσσουν ματιά μέσα στη μοναξιά τους ενώ εσύ αισθάνεσαι ότι θα μπορούσε να αρχίσει να δημιουργείται μια ωραία ερωτική ιστορία από όλο αυτό.

η ψυχή και το σώμα

Δύο τέτοιες μοναχικές υπάρξεις φέρνει κοντά με ένα τέχνασμα σεναριακό η Ίλντικο Ενιέντι στην ταινία της Η Ψυχή και το Σώμα. Είναι μια ταινία από την Ουγγαρία όπου έχει στις αποσκευές της βραβεία όπως τη Χρυσή Άρκτο του περασμένου φεστιβάλ Βερολίνου όπως επίσης και εκείνο για την καλύτερη γυναικεία ερμηνεία από τα πρόσφατα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πού τοποθετεί το σενάριο τους δύο ήρωες μας; Τους βάζει να εργάζονται σε διαφορετικό πόστο ο καθένας σε κάποιο σφαγείο- αν αυτό δεν είναι υπαινιγμός για τις σύγχρονες εργασιακές συνθήκες τότε τι είναι;- όπου από τις πρώτες κιόλας στιγμές ο άνδρας ανακαλύπτει ότι εκείνη είναι συνεσταλμένη παρά το πόσο τελειομανής είναι στη δουλειά της.

Κάποια υπόθεση αστυνομικού ενδιαφέροντος που θα κάνει την εμφάνισή της στο σφαγείο θα αναγκάσει τους διευθυντές να καλέσουν ψυχολόγο- επηρεασμένο σαφέστατα από την ψυχανάλυση ολόκληρο το έργο και η παρουσίαση των χαρακτήρων- για να ελέγξει την κατάσταση των εργαζομένων. Κι εκεί θα ανακαλύψουμε ότι οι δυο κεντρικοί μας ήρωες κάθε βράδυ που πλαγιάζουν μόνοι στο κρεβάτι τους βλέπουν ακριβώς το ίδιο όνειρο. Είναι, λέει, ελάφια, που αναζητούν τροφή σε χιονισμένο δάσος. Μόνο στο όνειρό τους μπορούν να ζουν ελεύθεροι, σαν τα ευγενή αυτά ζώα αλλά και πάλι με όλους τους κινδύνους και τον αγώνα για επιβίωση.

Με μια προσεκτική ματιά στην ερμηνεία της Αλεξάντρα Μπόρμπελι θα διαπιστώσετε ότι δικαίως αυτή τιμήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου. Φυσικά παίζει μεγάλο ρόλο και ο τρόπος που έχει γραφτεί ο χαρακτήρας της καθώς και το backstory- φαντάζομαι-  αυτής της γυναίκας. Και από την αρχή η ηθοποιός καταφέρνει να μας κάνει να δούμε αυτή τη σύγχρονη ηρωίδα σαν ένα κανάρι που πρέπει να το αγγίξεις με μεγάλη προσοχή μην τυχόν και το λαβώσεις. Διότι είναι πολύπλοκη, με έντονα τα σημάδια από συμπλέγματα, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και ανεκπλήρωτους πόθους αλλά παρόλα αυτά κατά την εξέλιξη της πλοκής τη βλέπουμε να αντιλαμβάνεται εκείνο που λέει ο Πλάτωνας στον Φαίδωνά του πως δηλαδή το σώμα πράγματα παρέχει (=πράγματα παρέχειν τινί, προκαλώ σε κάποιον ενόχληση) οπότε θα κοιτάξει πώς να ξεκλειδωθεί πλέον και να ικανοποιήσει και τις ορέξεις του σώματός της, πώς να σμίξει με το έτερον φύλο. Αντίστοιχα μαγκωμένος στη σεξουαλική και όχι μόνο επικοινωνία του είναι ο Εντρέ- διαλεγμένο σωστά το πρόσωπο και η άρθρωση του Γκέζα Μόρσανι, μοιάζει ολόκληρος ο χαρακτήρας του σαν να έχει σκεβρώσει από την τόση μοναξιά- ας μην προσπεράσουμε στα γρήγορα την ερμηνεία του.

Η Ψυχή και το σώμα είναι ένα έργο βαθιά τρυφερό που καταφέρνει με ένα ποιητικό, ονειρικό- θα πρέπει εν τέλει να πούμε-  τέχνασμα να κάνει δυο ψυχές που δεν θα συναντιόντουσαν με άλλο τρόπο, να συναντηθούν. Κάποιες στιγμές ξεπηδούν εικόνες πιο ψυχρές και ξένες προς τη μεσογειακή μας ιδιοσυγκρασία αλλά σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να το προσπεράσουμε ως καλλιτεχνικό επίτευγμα που πέρα ακόμα και από τα όσα έχει να καταθέσει περί της σύγχρονης ερωτικής μας ζωής (δώστε προσοχή στο δίπολο της υπερβολής- ο β’ χαρακτήρας του ζωηρού εργάτη του σφαγείου- και της έλλειψης που βιώνουν οι ήρωες), παρουσιάζει τύπους και συνθήκες (δεν μιλούμε για το εύρημα-κλειδί του ονείρου, βεβαίως) που δεν είναι απίθανο να συναντήσουμε στην καθημερινότητά μας.

 

Χρυσό Τετράγωνο, του Πάνου Λιάκου

Να πούμε μερικά λόγια για την καινούρια ταινία του Σουηδού Ρούμπεν Έστλουντ που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο πρόσφατο φεστιβάλ Καννών αλλά επίσης σάρωσε και στις πιο σημαντικές κατηγορίες των βραβείων της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Χρυσό Τετράγωνο

Ας ξεκινήσουμε προσπαθώντας να εντάξουμε το Τετράγωνο σε κάποιο κινηματογραφικό είδος. Διότι είναι κάπως αλλόκοτο να ανοίγεις προγράμματα κινηματογράφων και να βλέπεις ότι την κατατάσσουν στην κατηγορία της κωμωδίας. Ακούς έπειτα θεατές στη διάρκεια του διαλείμματος που είναι γεμάτοι απορία καθώς όταν τοποθετείς ένα έργο στο είδος της κωμωδίας, το μυαλό των περισσότερων θεατών πηγαίνει στην ξέφρενη κωμωδία με τα γκάγκς και ούτω καθεξής. Γνώμη μας είναι ότι θα πρέπει να την τοποθετήσουμε σε εκείνη την υποδιαίρεση της κωμωδίας που ονομάζεται σάτιρα και που αρκετές φορές έχει διαφορετικό τόνο, τρόπο γραψίματος και μοντάζ από τη συνηθισμένη κωμωδία. Και είναι και το είδος εκείνο όπου μπορεί κάποιος σεναριογράφος που επιθυμεί να ενταχθεί στους δημιουργούς- auteur να αναπτύξει περισσότερο ένα δικό του ύφος, όπως έκανε παλιότερα ο Ζακ Τάτι ή πιο μετά ο Ρόι Άντερσον. Ναι, έχουμε να κάνουμε με μια τέτοια σάτιρα.

Το Τετράγωνο ξεκινά από το ειδικό- από την καθημερινότητα δηλαδή ενός επιμελητή εκθέσεων μοντέρνας τέχνης- και όμως περνά και στο γενικό, μιλάει για τύπους των σύγχρονων κοινωνιών, μιλάει για την καχυποψία που επικρατεί πλέον απέναντι στο συνάνθρωπο και πάλι στο φινάλε καταφέρνει και μετατρέπει μέσα από τον ιδιαίτερο τρόπο σεναριακής γραφής τον πρωταγωνιστή σε αριστοτελικό ήρωα. Είναι πέρα για πέρα θετικό στην εποχή μας να συζητιούνται ταινίες σαν αυτή του Έστλουντ όπου καυτηριάζουν τους ανθρώπους της σύγχρονης τέχνης που δυάρα τσακιστή δεν δίνουν για τα προβλήματα των υπόλοιπων κοινωνικών ομάδων παρά αναλώνονται σε πρόκληση για την πρόκληση (πλέον και με τη βοήθεια των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης) και τάχα μου βαθυστόχαστες συζητήσεις περί τέχνης/ μη τέχνης. Και πάνω σε αυτό δίνονται σκηνές ανθολογίας όπως αυτή με τον περφόρμερ που τραβά την προσοχή των θεατών ήδη από την προωθητική αφίσα της ταινίας.

Ο Κλάες Μπανγκ κουβαλά σχεδόν όλη την ταινία στους ώμους του και πετυχαίνει κυρίως χρησιμοποιώντας το πρόσωπο και ιδίως τα μάτια του να περνά από το δράμα στη λεπτή ειρωνεία και υπονόμευση του ήρωα του ενώ τον θαυμάζεις οπωσδήποτε στις μεγάλες σκηνές που έχει με την Ελίζαμπεθ Μος (και πόσο σωστός σχολιασμός για τη σύγχρονη σεξουαλική ζωή μας αυτές οι σκηνές!) όπως επίσης και στο μονόλογο μπροστά από την οθόνη του κινητού. Νίκη, λοιπόν, και του σεναριογράφου- σκηνοθέτη να τον καταφέρει να παίξει σε ένα έργο σουρεαλιστικών αποχρώσεων εντελώς ρεαλιστικά. Παίζει κι αυτό το ρόλο του στη σάτιρα.

Και καθώς Τετράγωνο ονομάζει την ταινία του, ο Έστλουντ το έχει αυτό συνεχώς στο μυαλό του επαναφέροντας το μοτίβο μέσα από τα κινηματογραφικά του κάδρα, τις κινήσεις της κάμερας καθώς επίσης και με τη συμβολή της σκηνογραφίας- τιμήθηκε η Τζοζεφίν Έσμπεργκ από την ευρωπαϊκή Ακαδημία. Ναι, ο υπογράφων θα μπορούσε να πει ότι ως Έλληνας που είναι μπορεί μεν να μην απόλαυσε στο έπακρο τη θερμοκρασία και τον τόνο της ταινίας, αλλά σε κάθε περίπτωση θαύμασε το καλλιτεχνικό αυτό κομμάτι χωρίς το οποίο η σάτιρα θα έμενε μισή. Τη σκηνογραφία-τονίζουμε και πάλι. Και ειδικότερα στους χώρους του μουσείου μοντέρνας τέχνης με όλα αυτά τα περίεργα εκθέματα από χώμα ή την αίθουσα με τις σχολικές καρέκλες- εκθέματα όπου σε σκηνή λογομαχίας του Μπανγκ με τη Μος «σχολιάζουν» μέσω ήχων την κατάσταση. Τα ίδια έχουμε να πούμε, βέβαια, και για το ενδυματολογικό τμήμα που προσέχει και τον παραμικρό κομπάρσο ακόμα.

Όλα στην εντέλεια, λοιπόν. Μόνο που χρειάζεται να πας υποψιασμένος για το ύφος της σάτιρας που θα παρακολουθήσεις καθώς και την υπομονή των δύο ωρών και είκοσι λεπτών που προϋποθέτει αυτό το κινηματογραφικό ταξίδι.

 

Wonder Wheel, του Πάνου Λιάκου

Ας το παραδεχθούμε. Είναι από τα ραντεβού που περιμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία. Κάτι σαν τις ετήσιες μαζώξεις με τους παλιόφιλους από το σχολείο ή τις συναντήσεις με δασκάλους και άτομα που μας καθόρισαν. Ένας δάσκαλος είναι και ο Γούντι Άλεν. Επέστρεψε με δραματική ταινία, το Wonder Wheel, που κουβαλά άρωμα από τη δεκαετία του ’50 ενώ ο μύθος μοιάζει να επηρεάζεται απευθείας από τα θεατρικά έργα των Τένεσι Ουίλιαμς και Ευγενίου Ο’ Νηλ.

wonder wheel

Την αφήγηση αναλαμβάνει ο Τζάστιν Τιμπερλέικ, ένας φέρελπις θεατρικός συγγραφέας που με το ξεκίνημα κιόλας του φιλμ θα μας δηλώσει ότι πρόκειται για ιστορία που τα μελοδραματικά στοιχεία δεν θα της λείψουν. Φτιάχνει τύπο επάνω στο πρόσωπό του ο Γούντι Άλεν. Είναι εκείνος ο ρομαντικός συγγραφέας που μπερδεύει την πραγματικότητα με το χαρτί, πιστεύει στον κεραυνοβόλο έρωτα και προς το παρόν δεν έχει υλοποιήσει τα όνειρά του παρά εργάζεται ως ναυαγοσώστης στο Κόνεϊ Άιλαντ. Δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο Τιμπερλέικ είναι ο μεγάλος ηθοποιός, όμως ο δαιμόνιος Άλεν τον χρησιμοποιεί εδώ για να πάρει εμπρός το ερωτικό κομμάτι της ιστορίας μας καθώς το πάθος που θα νιώσει γι’ αυτόν η κεντρική ηρωίδα- ερμηνευμένη από την Κέιτ Γουίνσλετ- θα οδηγήσει σε ένα φινάλε που θα αναγορεύσει τους πάντες σε τραγικά πρόσωπα.
Ερχόμαστε στην Κέιτ Γουίνσλετ. Υποδύεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα- η φυσική ηλικία της ηθοποιού- που έχει ήδη παρατήσει τον πρώτο της άντρα (κατηγορεί τον εαυτό της γι’ αυτό) και μαζί με τον πυρομανή πιτσιρικά γιο της (δίνουν γέλιο κάποιες από τις σκηνές του) μένουν με τον Χάμπτυ, έναν πρώην(;) αλκοολικό που δουλεύει στο λούνα παρκ ακριβώς δίπλα από το σπίτι τους. Τζιμ Μπελούσι εντελώς ταιριαστός σε αυτό το ρόλο. Η όποια οικογενειακή τους ηρεμία θα ανατραπεί με την άφιξη της άσωτης κόρης του Χάμπτυ (από προηγούμενο γάμο, κουκλίτσα την κάνει η ενδυματολόγος Σούζι Μπένζιγκερ τη Τζούνο Τεμπλ) που το έχει μόλις σκάσει από τον γκάνγκστερ σύζυγό της. Και καθώς ο Χάμπτυ θα αφοσιωθεί προοδευτικά στην κόρη, η Γουίνσλετ θα γνωριστεί με το ναυαγοσώστη και θα αρχίσει να ονειροπολεί. Να την πάρει να φύγουνε μακριά, θα σκέφτεται, αυτός να γράφει θεατρικά που θα γίνουν κλασικά και εκείνη να είναι η πρωταγωνίστριά του- διότι συν τοις άλλοις είχε όνειρο ζωής να γίνει μεγάλη θεατρίνα. Όπως σε όλες τις μεγάλες τραγωδίες, βέβαια, έτσι και στις ταινίες αυτού του μάγου της γλώσσας (σεναριακής τε και σκηνοθετικής), η Μοίρα θα στήσει εμπόδια και θα περιπλέξει τα πράγματα μιας και θα κάνει το ναυαγοσώστη να αναπτύξει σχεδόν παράλληλα αισθήματα και για την κόρη του πρώην αλκοολικού. Και μέχρι το φινάλε θα έχουν τεθεί και ηθικά ερωτήματα σαν κι αυτά που συναντήσαμε στο Απιστίες και Αμαρτίες ή στο Match Point.

Το Wonder Wheel δεν είναι το απόλυτο αριστούργημα του Άλεν- αν και σίγουρα αφήνει το αποτύπωμά του πιο βαθύ από το περσινό Café Society. Είναι όμως από εκείνες τις παλιομοδίτικες ταινίες που γουστάρεις να βλέπεις πολύ απλά γιατί ο σεναριογράφος της (από το γράψιμο ξεκινούν όλα) ξέρει να φτιάχνει χαρακτήρες, υπόθεση, ατμόσφαιρα. Διακρίνεις τους πρώτους από τους δεύτερους ρόλους, διακρίνεις τις πράξεις, τον επίλογο και κυρίως απολαμβάνεις τις στιχομυθίες- κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με το σινεμά που βλέπουμε τα τελευταία δέκα χρόνια. Ίσως να φταίνε και οι φιλολογικές καταβολές του υπογράφοντος, αλλά δεν γίνεται να μη σταθούμε για ακόμη μια φορά στον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα ο Γούντι Άλεν. Θα δώσουμε ένα μικρό μόνο παράδειγμα της δραματουργικής ευφυΐας του (από αυτή την ταινία φυσικά). Σε κάποια σκηνή το παιδί ρωτά τη μητέρα του : «Μαμά, τι είναι υποθετικός λόγος;». Και τη βάζει το θηρίο να απαντά ακριβώς με υποθετικό λόγο : «Αν πήγαινες σχολείο, θα ήξερες».

Για να μην λέμε ότι ο Γούντι κινείται στα ίδια και τα ίδια. Εδώ τον βοηθάει στο κάτι παραπάνω η φωτογραφία του Βιτόριο Στοράρο (του καλάρεσε φαίνεται η συνεργασία τους από την αμέσως προηγούμενη ταινία και διαβάζουμε θα συνεργαστούν και στην ταινία του 2018) που αναλαμβάνει από τα πρώτα κιόλας πλάνα να φωτίσει τα πάντα σαν να είμαστε σε σκηνή θεάτρου (κάνει εδώ παιχνίδι και η σκηνογράφος «δίνοντας» μας να καταλάβουμε ακόμη περισσότερο τις καταβολές του έργου)- δίχως όμως η αφήγηση να χάνει την κινηματογραφικότητα της. Ειδικότερα οι σκηνές στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού με αυτές τις εναλλαγές του κόκκινου και του μπλε χρώματος, κόβουν την ανάσα. Να δούμε αν θα είναι υποψήφιος στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας. Πολλά τα ερωτήματα και περί Κέιτ Γουίνσλετ. Είναι, πράγματι, δυνατή η ερμηνεία της αλλά κινείται (ειδικά στο τελευταίο μέρος) στα μονοπάτια της Θλιμμένης Τζάσμιν της Μπλάνσετ, οπότε και να είναι υποψήφια μάλλον δύσκολο να πετύχει τη νίκη.

O Τζέικ Τζίλενχαλ με τη δύναμη της ζωής, του Πάνου Λιάκου

Το Stronger είναι από εκείνες τις ταινίες που τις παρακολουθείς γεμάτος περιέργεια για τις ερμηνείες των ηθοποιών της. Διότι, ναι, σύμφωνοι, δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε στον κινηματογράφο την ιστορία ενός ατόμου με αναπηρία και τη δύναμη της θέλησής του, τα στάδια που περνά μέχρι την ολοκληρωτική αποδοχή της καινούριας του κατάστασης. Οπότε το ζητούμενο εδώ ήταν να δούμε την ερμηνευτική προσέγγιση από πλευράς Τζέικ Τζίλενχαλ που ίσως καταφέρει να βρεθεί στην πεντάδα των Όσκαρ του 2018- εκτιμούν τέτοιες ερμηνείες που απαιτούν μεταμορφώσεις στην Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου.

stronger

Η ιστορία είναι αληθινή και είναι εκείνη του Τζεφ Μπάουμαν που βρισκόταν για χάρη της αγαπημένης του στον τερματισμό του μοιραίου μαραθωνίου στη Βοστώνη το 2013 οπότε και έχασε και τα δυο του πόδια μετά από την έκρηξη της βόμβας που βρίσκονταν μέσα σε χύτρα ταχύτητας. Χωρίς να σπαταλά αφηγηματικό χρόνο, το φιλμ του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν μας βάζει σχεδόν μέσα στο πρώτο εικοσάλεπτο στο κυρίως θέμα του- τη ζωή του Τζεφ χωρίς τα πόδια του πλέον και τη σχέση του με την αλκοολική μητέρα του και την κοπέλα του.

Μέσα από τη σεναριακή γραφή του John Pollono- πρώτη φορά καταπιάνεται με ταινία μεγάλου μήκους και αυτό φαίνεται σε σημεία- και φυσικά τη θαρραλέα ερμηνεία του Τζίλενχαλ θα έρθουμε σε επαφή με την ψυχοσύνθεση του Μπάουμαν ο οποίος αρχικά φαίνεται να διαχειρίζεται με ψυχραιμία και ίσως ακόμη και με χιούμορ το τραγικό γεγονός της ζωής του. Παράλληλα θα δούμε τη μητέρα του, Πάτι, να προσπαθεί με τη βοήθεια των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να μετατρέψει το γιο της σε σύμβολο- στα πλαίσια του συνθήματος Boston Strong. Σε αυτή τη γυναίκα σάρκα και οστά δίνει η Μιράντα Ρίτσαρντσον που ενδέχεται να τη δούμε στην πεντάδα για το δεύτερο γυναικείο ρόλο. Είναι από εκείνες τις μεγάλες ηθοποιούς που και με το πρώτο πλάνο τους ακόμα σου έχουν μεταφέρει με τη στάση του σώματός τους και τη χροιά της φωνής τους σχεδόν όλα όσα αντιπροσωπεύει ο ρόλος τους. Εδώ, φαντάζομαι, στο χτίσιμο αυτής της λαϊκής γυναίκας βοήθησε πολύ και ο τομέας του μέικ-απ. Ο Τζεφ αρχικά δεν θα είναι ευχαριστημένος με όλο αυτό το μιντιακό νταβαντούρι- μέσα του ακόμα προσπαθεί να αποδεχθεί κάποια πράγματα. Θα έχει ξεσπάσματα οργής προς την αγαπημένη του. Θα ταπεινωθεί.

Κι ο Τζίλενχαλ είναι αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει όλους τους μύες του προσώπου του για να επικοινωνήσει μαζί μας αυτό το χαρακτήρα. Προσέξετε τον από την πρώτη σκηνή της αφαίρεσης των επιδέσμων, μέχρι το πρώτο μπάνιο που θα προσπαθήσει να κάνει μόνος στο σπίτι του και από εκεί στη συνάντησή του με τον άνθρωπο που τον έσωσε, τον Κάρλος. Κι αυτή είναι μια ιδιαιτέρως καλογραμμένη σκηνή για τον υποστηρικτικό ρόλο του Κάρλος Σάντς όπου από τη μια βλέπουμε τον ηθοποιό αυτό σε συγκινητικό μονόλογο για το παρελθόν του και από την άλλη το πρόσωπο του Τζίλενχαλ να συσπάται ανά στιγμές από συγκίνηση. Για να μην μένουμε όμως μόνο στα καλά στοιχεία του σεναρίου, να πούμε ότι κάποιες σκηνές με προεξάρχουσα εκείνη του διευθυντή του Τζεφ στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου με την κοπέλα του άτυχου άνδρα, είναι περιττές καθώς δεν προσθέτουν απολύτως κανένα καινούριο στοιχείο για να μάθει ο θεατής.

Ακόμη κι αν το Stronger δεν εκπλήσσει από άποψη σεναριακής γραφής, εντούτοις σαν ταινία ερμηνειών που είναι δίνει την ευκαιρία σε όσους λατρεύουν την τέχνη της υποκριτικής να σταθούν στον τρόπο που χτίζουν τους χαρακτήρες τους και χρησιμοποιούν τα εκφραστικά τους μέσα δυο ηθοποιοί όπως η Μιράντα Ρίτσαρντσον και κυρίως ο Τζέικ Τζίλενχαλ που είναι και η καρδιά αυτού του συγκινητικού δράματος.

Περί ‘’Αποπλανήσεως’’, του Πάνου Λιάκου

Μια όαση μέσα στις τόσες αδιάφορες νέες ταινίες που βλέπουμε κάθε βδομάδα στις αθηναϊκές αίθουσες-εξαίρεση αποτελούν κάποιες επανεκδόσεις. Η νέα ταινία της Σοφίας Κόπολα, η ‘’Αποπλάνηση’’, που κέρδισε το βραβείο της σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών το Μάιο που μας πέρασε. Φυσικά και δεν είναι το βραβείο ο μοναδικός λόγος για να σπεύσουν οι κινηματογραφόφιλοι να δουν την ταινία.

αποπλάνηση ταινία

Έχουμε να κάνουμε με την οπτική της Κόπολα πάνω στο βιβλίο ‘’The Beguiled’’ που έδωσε πίσω στα 1971 την πιο απρόσμενη ταινία των Κλιντ Ίστγουντ και του σκηνοθέτη Ντον Σίγκελ (όσοι μελετούν συστηματικά το κινηματογράφο ας την αναζητήσουν, ο Ίστγουντ σε ένα ρόλο εντελώς διαφορετικό από ο,τι τον είχε συνηθίσει το κοινό εκείνη την περίοδο). Ένα έργο που κεντρίζει το ενδιαφέρον των θεατών μιας και καταπιάνεται κυρίως με ζητήματα σεξουαλικότητας, διαμάχης για κυριαρχία ανάμεσα στα δύο φύλα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Βρισκόμαστε στα μισά περίπου του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου σε ένα σχολείο οικότροφων θηλέων στη Βιρτζίνια που διευθύνει η αυταρχική Μις Μάρθα. Σε κάποιο πρωινό περίπατο προς αναζήτηση μανιταριών, μια από τις μικρότερες μαθήτριες θα ανακαλύψει μέσα σε θάμνους έναν τραυματισμένο στρατιώτη των Βορείων και θα τον περιμαζέψει στο σχολείο. Ενώ το αρχικό πλάνο είναι να μην παραμείνει ο δεκανέας Τζον ΜακΜπέρνυ για πολύ σε ένα μέρος όπου τα κορίτσια όχι μόνο μένουν προστατευμένα από τις πολεμικές συγκρούσεις αλλά γαλουχούνται με καλούς τρόπους, η σεξουαλική περιέργεια απασών των γυναικών θα φουντώσει με αποτέλεσμα το… εξιτήριο του ανδρός να αναβάλλεται και ο ανταγωνισμός να φτάνει μέχρι τα άκρα.

Από τα πρώτα στοιχεία που απολαμβάνει κανείς στην ταινία είναι το ψυχογράφημα των γυναικείων χαρακτήρων μιας άλλης εποχής. Η Νικολ Κίντμαν-τη βρίσκουμε σε μια από τις καλύτερες στιγμές στην καριέρα της- έχει το ρόλο της διευθύντριας. Η Μις Μάρθα είναι μια γυναίκα φαινομενικά σκληρή και εγκρατής που όμως κι αυτή στο βάθος αποζητά την επικοινωνία με το άλλο φύλο. Παρατηρεί το σώμα του άνδρα, αγγίζει τα χέρια του όταν αυτός κοιμάται και όμως στις πρώτες στιχομυθίες τους παρουσιάζεται όπως οι περισσότερες γυναίκες που έχουν παρόμοια ιδιοσυγκρασία, ψυχρή έως και επιθετική. Αμέσως μου ήρθε στο νου ένα απόσπασμα από το διάλογο Φαίδων όπου ο Σωκράτης λέει για τους εγκρατείς ότι είναι φρόνιμοι χάρη σε κάποια ακολασία: Μπορεί να ονομάζουν ακολασία το να εξουσιάζεται κανείς απ’ τις ηδονές. Κι όμως αυτό που τους συμβαίνει είναι να κυριαρχούνται από ορισμένες ηδονές και έτσι να κυριαρχούν πάνω σε άλλες ηδονές. Στην περίπτωση της Μις Μάρθα οδηγούμαστε ίσως μέχρι και στα μονοπάτια της διαστροφής. Η Εντουίνα της Κίρστεν Ντανστ είναι μια γυναίκα που το λέει η ψυχούλα της, είναι αγωνίστρια και όμως βρίσκεται εγκλωβισμένη σε αυτό το συντηρητικό περιβάλλον απ’ όπου δεν μπορεί να ξεφύγει. Θα ερωτευτεί κι αυτή με τη σειρά της το στρατιώτη και θα έχει την προσδοκία ότι θα την πάρει μαζί του, απελευθερώνοντάς τη από τα δεσμά της αυστηρότητας του οικοτροφείου.

Δεν είναι όμως λιγότερο ενδιαφέροντα τα νεαρότερα κορίτσια της ιστορίας. Αρχής γενομένης με την Αλίσια της Ελ Φάνινγκ. Όπου έχει πετύχει διάνα στο ρόλο μιας έφηβης που η καρδιά της βρίσκεται στα πρώτα της σκιρτήματα αλλά παράλληλα τολμά να κάνει τις μηχανορραφίες της για να φιλήσει τον εκλεκτό της και να βρεθεί μαζί του. Κι αυτά τα βλέμματά της, το ροδαλό πρόσωπό της, οι κινήσεις των χεριών και του σώματος, όλα αυτά τα εντοπίζουμε ούτως ή άλλως σε κάθε εποχή στα κορίτσια που έχουν μόλις αρχίσει να αντιλαμβάνονται το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς τους. Ακόμα και οι μαθήτριες που βρίσκονται στην παιδική ηλικία θα προσπαθήσουν κι αυτές να καλλωπιστούν, να προσφέρουν ένα δώρο στον ασθενή με σκοπό να δείξουν ότι νοιάζονται και να αποσπάσουν έστω και μια ματιά συμπάθειας από αυτόν.

Περισσότερα σχετικά με την εξέλιξη της πλοκής δεν θα ήταν σωστό να αποκαλύψω. Διότι έχουμε πολλά γυρίσματα στο τελευταίο μέρος του φιλμ όπου και μετά το σημείο της έκρηξης του Κόλιν Φάρελ το παρακολουθείς πλέον σαν ψυχολογικό θρίλερ. Αν είναι πάντως κάτι που με εντυπωσίασε στην ταινία της Κόπολα αυτό είναι σίγουρα η οικονομία που διαθέτει (πλάνα λίγων δευτερολέπτων μπορεί να σου μεταφέρουν πληροφορίες σχετικά π. χ με τη φιλαρέσκεια των γυναικών) καθώς και το ότι λειτουργεί αρκετά με τον υπαινιγμό που κρύβεται στα (ανταγωνιστικά) βλέμματα των ηρωίδων. Είναι από τις περιπτώσεις ταινιών όπου σενάριο και σκηνοθεσία συμπλέουν απολύτως, η Κόπολα πατά γερά στα πόδια της- κι αυτό ίσως αναγνωριστεί και από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου στις υποψηφιότητες για το 2018. Στους πιο μυημένους-για να το πούμε κι αυτό- αρκετά από τα γοτθικής αισθητικής κάδρα θα θυμίσουν κάτι από το σινεμά του Πίτερ Γούιαρ και πιο συγκεκριμένα το ‘’Μυστικό του βράχου των κρεμασμένων’’. Ούτε συζήτηση, βεβαίως για τη δουλειά που έχει γίνει στα κοστούμια των κοριτσιών, χάρμα ιδέσθαι.

Όσοι περιμένουν να δουν ένα κλασικό έργο για τον Αμερικανικό Εμφύλιο θα διαπιστώσουν γρήγορα ότι δεν πρόκειται για πολεμικό δράμα με συγκρούσεις Γιάνκηδων και Νοτίων αλλά για μια κατάδυση στη γυναικεία σεξουαλικότητα που τόσο εύστοχα ο Φρόυντ είχε χαρακτηρίσει ως μαύρη ήπειρο.