Ready Player One, του Πάνου Λιάκου

Δεύτερη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ που βλέπουμε μέσα στο 2018, το Ready Player One κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση από το περισσότερο πολιτικό The Post.

ready player one

Ο αγαπημένος παραμυθάς του Χόλυγουντ επιστρέφει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας- μέσα από το οποίο καθιερώθηκε στη συνείδηση των κινηματογραφόφιλων- προσπαθώντας βέβαια αυτή τη φορά να προσεγγίσει το ύφος του σύγχρονου blockbuster.

Εάν ανατρέξετε σε οποιαδήποτε Ιστορία του Κινηματογράφου θα διαπιστώσετε ότι ο όρος blockbuster πήρε την πλήρη του διάσταση το 1975 όταν χρησιμοποιήθηκε για να περιγραφεί η επιτυχία των Σαγονιών του καρχαρία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Από τότε χρησιμοποιείται ως όρος για τις υπερπαραγωγές που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία στο box-office ενώ αποτελούν ένα ξεχωριστό είδος στο οποίο τα μεγάλα στούντιο ποντάρουν πολλά. Κι αν το blockbuster του Σπίλμπεργκ κατάφερνε να προσφέρει τόσο ενδιαφέροντες χαρακτήρες, σκέψεις που κουβαλούσες μαζί σου και μετά την προβολή όσο και υπερθέαμα (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οι Στενές επαφές τρίτου τύπου-1977), το είδος από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα έχει να επιδείξει κυρίως επιτεύγματα στα οπτικοακουστικά εφέ που στις περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχούν δίχως να υποστηρίζονται από την κατάλληλη πλοκή- προσφέροντας παρόλα αυτά διασκεδαστικές στιγμές.

Με το Ready Player One ο Σπίλμπεργκ απομακρύνεται από τον παλιό (blockbuster) εαυτό του. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε βιβλίο του Έρνεστ Κλάιν που αφορά στην ψηφιακή πραγματικότητα, βρίθει αναφορών στην ποπ κουλτούρα των 80’s- δεκαετία όπου σηματοδοτεί και την απαρχή της φρενίτιδας γύρω από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τις κονσόλες- και στοχεύει περισσότερο στη διασκέδαση μέσω των σκηνών δράσης και των εφέ παρά στην ανάπτυξη χαρακτήρων ή σε βαρύγδουπα μηνύματα σχετικά με τον ψηφιακό κόσμο. Όχι ότι λείπουν εντελώς, απλώς δεν φωνάζουν την παρουσία τους, προκύπτουν μέσω της πλοκής (το γεγονός παραδείγματος χάριν ότι η κοπέλα της ιστορίας ντρέπεται να συναντηθεί με τον κεντρικό ήρωα εκτός παιχνιδιού, προτιμώντας αρχικά να μείνει κρυμμένη πίσω από το avatar της). Η ευφάνταστη ιστορία του Ready Player One τοποθετείται σε ένα δυστοπικό 2045 όπου οι πολίτες βρίσκουν διέξοδο στην ηλεκτρονική πραγματικότητα και σε πλατφόρμες όπως το OASIS. Ο δημιουργός της πετυχημένης αυτής πλατφόρμας έχει πεθάνει αφήνοντας όμως πίσω του στοιχεία για ένα παιχνίδι στο οποίο ο νικητής θα γίνει ο απόλυτος άρχοντας του OASIS. O κεντρικός ήρωας (Τάι Σέρινταν) του φιλμ καταφέρνει να βρει κάποια κλειδιά αλλά παράλληλα έχει να αντιμετωπίσει και τους παίκτες μιας αντίπαλης εταιρείας που επιζητά την κυριαρχία.

Καθώς δεν έχουμε να πούμε πολλά πράγματα γύρω από τους χαρακτήρες και τη μανιχαϊστική σύγκρουση (καλό-κακό), αξίζει να σταθούμε στο πώς ακριβώς ο Στίβεν Σπίλμπεργκ διαχειρίζεται μια ταινία που βασίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στα οπτικά εφέ της. Καθότι είναι ένας από τους κορυφαίους story-tellers στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου, καταφέρνει να σκηνοθετήσει τα εφέ αλλά και τη σκηνογραφία του με τέτοιο τρόπο που σε καμία των περιπτώσεων δεν προσιδιάζει στο σινεμά των άσχετων εκρήξεων του Μάικλ Μπέι ή στις χλαπάτσες της Marvel προσφέροντας πολλές στιγμές που η δράση μας έχει στην τσίτα (οι αγώνες ταχύτητας στο πρώτο μέρος του φιλμ) και άλλες- όπως η εναρκτήρια σεκάνς- όπου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα δίνεται το στίγμα του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Φυσικά δεν γίνεται κανείς να προσπεράσει την μεγάλη σκηνή όπου στα πλαίσια του ηλεκτρονικού παιχνιδιού οι ήρωες βουτούν μέσα στο σύμπαν της Λάμψης του Κιούμπρικ. Θα πρέπει να την καταχάρηκαν αυτή τη στιγμή τόσο όσοι δούλεψαν στην ταινία αλλά πάνω απ’ όλα θα ενθουσιαστούν όσοι τη δουν.

Δεν είναι ένα έργο ζωής, μην τρελαθούμε. Το Ready Player Oneακόμη κι αν το τελευταίο μέρος του ήθελε συμμάζεμα στο μοντάζ- είναι πάνω απ’ όλα μια διασκεδαστική σύγχρονη blockbuster ταινία με την οποία περνάς υπέροχα κατά τη διάρκεια της προβολής-πολλώ δε μάλλον αν είσαι νοσταλγός της δεκαετίας του ’80.

 

Ένας ξεχωριστός Γίγαντας, του Πάνου Λιάκου

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι πλέον ο Στίβεν Σπίλμπεργκ έχει χάσει εκείνο το μαγικό άγγιγμα που έκανε τις πρώτες του ταινίες να ξεχωρίζουν.

Ένας ξεχωριστός Γίγαντας, του Πάνου Λιάκου

Η αλήθεια είναι ότι παρά τα Όσκαρ του ‘’Λίνκολν’’, μεγάλες στιγμές σαν τον ‘’ΕΤ τον εξωγήινο’’ και τους πρώτους ‘’Ιντιάνα Τζόουνς’’ δεν έχει ζήσει εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Βέβαια πρόκειται για έναν από εκείνους τους σκηνοθέτες όπου βλέποντας ακόμα και μια ταινία τους που δεν μας αγγίζει (τον γράφοντα εκείνο το ‘’Λίνκολν’’ καθόλου δεν τον είχε συγκινήσει) μαθαίνουμε πολύ καλύτερο σινεμά από ότι στις ταινίες με σούπερ ήρωες που σωρηδόν βγαίνουν τα τελευταία χρόνια.

Η καινούρια του ταινία είναι τρισδιάστατη, έχει τίτλο ’’Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας’’ και βασίζεται στο ομώνυμο παραμύθι (1982) του Βρετανού Roald Dahl που μετέτρεψε σε σενάριο κινηματογραφικό η προσφάτως εκλιπούσα Μελίσσα Μάθισον (‘’ΕΤ, ο εξωγήινος’’) . Από τις πρώτες κιόλας σκηνές ο Σπίλμπεργκ δείχνει να ξέρει καλύτερα από πολλούς άλλους τον τρόπο να μας βάλει μέσα στο παραμύθι και-το σπουδαιότερο- να μας καθηλώσει για τις δύο ώρες που διαρκεί η ταινία. Είχε στα χέρια του βέβαια και ένα πανέξυπνο πρωτότυπο υλικό, ένα ιδιαίτερο παραμύθι από τον συγγραφέα της ‘’Ματίλντα’’ και του ‘’Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας’’ που έχουν επίσης μεταφερθεί με επιτυχία στη μεγάλη οθόνη.

Οι μικροί αλλά και οι μεγαλύτεροι θεατές θα γνωρίσουν τη Σόφι (η γλυκύτατη Ρούμπι Μπαρνχιλ), ένα κοριτσάκι που μεγαλώνει σε ορφανοτροφείο αλλά κάποιο βράδυ θα γνωρίσει ένα γίγαντα (ο Μάρκ Ράιλανς που κέρδισε στη φετινή απονομή των Όσκαρ το βραβείο β’ ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στη ‘’Γέφυρα των κατασκόπων’’, επίσης του Σπίλμπεργκ) που θα την πάρει μαζί του στη Γιγαντοχώρα. Όπως κι η Σόφι είναι ένα ξεχωριστό παιδί, έτσι κι αυτός ο γίγαντας θα αποδειχθεί διαφορετικός από αυτούς που συνήθως συναντάμε στα παραμύθια. Δεν είναι εκείνος ο μονόφθαλμος ομηρικός που ζητά εκδίκηση, ούτε κάποιος από εκείνους που τρώνε ανθρώπους και μικρά παιδάκια. Πρόκειται για το Μεγάλο Φιλικό Γίγαντα που γίνεται αντικείμενο χλεύης από τους υπόλοιπους γιατί αρνείται να γίνει μοχθηρός, σαν κι αυτούς. Όσο προχωρά η πλοκή τόσο βλέπουμε ότι το κοριτσάκι θα λάβει από το Γίγαντα όλη εκείνη τη στοργή που του έλειψε στο ορφανοτροφείο. Αλλά και ο ίδιος ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας με τη βοήθεια της Σόφι και της… βασίλισσας της Αγγλίας θα προσπαθήσει να εναντιωθεί στους τραμπούκους συμπολίτες του.

Αυτή η προσήλωση στο διαφορετικό, είναι κάτι που συναντάμε και στα άλλα έργα του συγγραφέα, όπως στη ‘’Ματίλντα’’. Είναι, ακόμη, και το σημείο όπου συναντάται με τον Σπίλμπεργκ αφού κι αυτός σε ταινίες του όπως ο ‘’ΕΤ’’ ή οι ‘’Στενές επαφές τρίτου τύπου’’ αγκαλιάζει το διαφορετικό και μας συγκινεί μέχρι δακρύων. Και όπως σε όλα αυτά τα φιλμ του, έτσι και στο ‘’Μεγάλο Φιλικό Γίγαντα’’ φροντίζει από την αρχή να κάνει κατανοητή τη διαφορά ανάμεσα στο γεμάτο όνειρα και δεκτικότητα κόσμο των παιδιών και τον κυνικό κόσμο της ενήλικης ζωής. Στο πρώτο μέρος της ταινίας βάζει κανείς τα κλάματα με τις σκηνές όπου οι άλλοι γίγαντες τραμπουκίζουν τον συμπαθή ήρωα μας. Είναι σχεδόν σαν να βλέπουμε κάποια νεοναζιστική ομάδα εν δράσει ή τους νταήδες του σχολείου που ξεσπούν πάνω στον πιο αδύναμο και ευαίσθητο.

Ο ικανότατος story-teller, Στίβεν Σπίλμπεργκ, βρίσκεται όντως στο κινηματογραφικό είδος που του ταιριάζει περισσότερο, μια παιδική περιπέτεια φαντασίας που συγκινεί, ακόμη κι αν μια μερίδα θεατών δεν είναι εξοικειωμένη με κάποια στοιχεία του παραδοσιακού αγγλικού παραμυθιού που εντοπίζονται και στο ‘’The BFG’’.

Ψυχροπολεμικός Σπίλμπεργκ, του Πάνου Λιάκου

Είναι γεγονός ότι ο Στίβεν Σπίλμπεργκ έχει χρόνια να μας προσφέρει μια ταινία όπως εκείνες μέσω των οποίων τον λατρέψαμε. Πού είναι η φαντασία των ‘’Στενών επαφών τρίτου τύπου’’; Πού χάθηκε η συγκίνηση του ‘’Ε.Τ’’ ή εστω οι παλιομοδίτικες περιπέτειες του Ιντιάνα Τζόουνς;

Όχι ότι στις σοβαρές στιγμές του δεν έχει δώσει αριστουργήματα όπως η ‘’Λίστα του Σίντλερ’’ ή την σκηνοθετικά άψογη ‘’Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν’’ αλλά τα τελευταία χρόνια, όποτε προσπάθησε να ασχοληθεί με ιστορικά γεγονότα, τα αποτελέσματα ήταν νερόβραστα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταινία ‘’Λίνκολν’’ που δε σου μένει τίποτα πέρα από τον εκπληκτικά μεταμορφωμένο Ντάνιελ Ντέι Λούις. Ίσως το πρόβλημα με αυτές τις ταινίες να εντοπίζεται στο σενάριο και τους βαρυφορτωμένους διαλόγους του.

Τέτοιους διαλόγους έχει και η καινούρια ταινία του σκηνοθέτη, ‘’Η γέφυρα των κατασκόπων’’, με τη διαφορά όμως ότι πλοκή σου κρατά το ενδιαφέρον μέχρι τέλους ενώ αντιλαμβάνεσαι ότι ο Σπίλμπεργκ μπορεί ακόμα να δημιουργήσει σασπένς με την ατμόσφαιρα που χτίζει και βέβαια την ακριβή ανασύσταση της εποχής.

Ποιας εποχής όμως; Αυτής του Ψυχρού Πολέμου. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς μας αφηγούνται την ιστορία του Αμερικανού δικηγόρου Τζέιμς Μπ.Ντόνοβαν ο οποίος υπήρξε συνήγορος του Ρώσου κατασκόπου Ρούντολφ Άμπελ (ταιριαστός σε αυτό το ρόλο ο Μάρκ Ράιλανς) και στη συνέχεια διαμεσολάβησε στην ανταλλαγή του πιλότου Φράνσις Γκάρι Πάουερς του U2 που καταρρίφθηκε στα Ουράλια από τους Σοβιετικούς το 1960 με τον Άμπελ. Αυτή μάλιστα θεωρείται σημαντική νίκη για το Ντόνοβαν που κατάφερε παράλληλα να απελευθερώσει και έναν Αμερικανό φοιτητή που συνελήφθη στο Ανατολικό Βερολίνο την περίοδο της ανέγερσης του τείχους και θεωρήθηκε πράκτορας από τις δυνάμεις του ΣΤΑΖΙ.

Μπορεί να μην αποτελεί κάποια κορυφαία στιγμή στην καριέρα των συντελεστών της, όμως μια ταινία όπου στο σενάριο έχουν εργαστεί και οι αδελφοί Κοέν σίγουρα δεν περνά απαρατήρητη. Και κυρίως αυτή τη φορά στέκομαι στο γεγονός ότι μπορεί μεν πάλι στο φινάλε να υμνείται ο τρόπος που η αμερικανική πλευρά χειρίστηκε ένα τέτοιο διπλωματικό ζήτημα αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί οι διάλογοι έχουν δώσει στο θεατή να καταλάβει το πόσο ανυποχώρητα ήταν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, πόσο σκληρές οι διαπραγματεύσεις και οι μυστικές υπηρεσίες και τι αντίκτυπο είχε αυτό το είδος τρομοκρατίας στους απλούς πολίτες.

Αν είστε φίλοι των κατασκοπευτικών περιπετειών της περιόδου, δεν γίνεται παρά να παρακολουθήσετε έστω και από περιέργεια την ταινία. Ακόμη όμως και εκείνοι που θα μπουν στην αίθουσα με σκεπτική διάθεση λόγω των τελευταίων δημιουργιών του σκηνοθέτη εν τέλει θα παρακολουθήσουν μια ταινία που τουλάχιστον κατά τη διάρκειά της κρατάει το ενδιαφέρον. Για το αν θα τη θυμούνται έπειτα από μερικούς μήνες, δεν παίρνω όρκο.