Περί ορέξεως ουδείς λόγος: παράξενες συνταγές από το παρελθόν, του Γιάννη Παγουλάτου

Κατά την διάρκεια της ιστορίας τους, οι άνθρωποι δεν είχαν πάντα την ίδια γνώμη για το τι είναι γευστικό και τι όχι. Την επόμενη φορά που θα δυσανασχετήσετε για το σπανακόρυζο της συζύγου ή το μπριάμ της μητέρας σας, να έχετε υπ’ όψιν ότι κάποτε υπήρξαν απείρως χειρότερες γαστριμαργικές προτάσεις.

Φλαμίνγκο πιασμένο σε δίχτυ, από αρχαίο Ρωμαϊκό ψηφιδωτό
Φλαμίνγκο πιασμένο σε δίχτυ, από αρχαίο Ρωμαϊκό ψηφιδωτό

Γλώσσες από φλαμίνγκο: Οι Ρωμαίοι δημιούργησαν μια από τις ισχυρότερες αυτοκρατορίες της ιστορίας και διακρίθηκαν στους τομείς της πολεοδομίας, της νομικής και φυσικά του πολέμου. Σίγουρα όμως η τέχνη της μαγειρικής δεν περιλαμβανόταν στα δυνατά τους σημεία.  Η γλώσσα του υδρόβιου πουλιού φλαμίνγκο θεωρείτο από τους Ρωμαίους ένα εξαίσιο έδεσμα με ανυπέρβλητη γεύση. Η κατανάλωσή του όμως περιοριζόταν στην αριστοκρατική τάξη, καθώς η τιμή του ήταν απαγορευτική για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι γλώσσες των φλαμίνγκο σερβίρονταν συνήθως ψητές, σε μεγάλες ποσότητες, ή χρησιμοποιούνταν ως γέμιση για πίτες.

Γουρουνοκεφαλή για μαγείρεμα, σε πίνακα του 17ου αιώνα
Γουρουνοκεφαλή για μαγείρεμα, σε πίνακα του 17ου αιώνα

Χάκαρλ: Ένα συνηθισμένο γεύμα των Βίκινγκς ήταν το «χάκαρλ», που σημαίνει «ζυμωμένος καρχαρίας». Το ψάρι αυτό αποτελεί την βάση για πολλές συνταγές ανά τον κόσμο. Ο τρόπος όμως με τον οποίο οι Βίκινγκς παρασκεύαζαν το «χάκαρλ» ήταν αρκετά ξεχωριστός – και όχι με την θετική έννοια. Αρχικά έκοβαν το κεφάλι του καρχαρία, άδειαζαν το σώμα του από τα εντόσθιά και τον έθαβαν σε χαλικώδη άμμο. Σε αυτήν την θέση τον άφηναν για 6 με 12 εβδομάδες, μέχρι να σαπίσει αρκετά. Στην συνέχεια τον ξέθαβαν και τον έκοβαν σε λωρίδες, τις οποίες κρεμούσαν στον ήλιο επί τέσσερις μήνες για να ξεραθούν. Με την μέθοδο αυτή αφαιρούνταν όλες οι δηλητηριώδεις ουσίες από το πτώμα του καρχαρία, καθιστώντας το βρώσιμο. Το «χάκαρλ παραμένει σήμερα ένα από τα εθνικά πιάτα της Ισλανδίας. Εντούτοις, ο διεθνούς φήμης Αμερικανός σεφ Άντονυ Μπουρνταίν το έχει χαρακτηρίσει ως το πιο αηδιαστικό και απαίσιο γεύμα που έχει δοκιμάσει ποτέ.

Ουρά κάστορα στην σχάρα
Ουρά κάστορα στην σχάρα

Ουρά κάστορα: Τον Μεσαίωνα, οι νηστείες που όριζε η Εκκλησία επηρέαζαν σημαντικά τις διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων. Έτσι, κάθε χρονιά είχε πολλές μέρες κατά τις οποίες απαγορευόταν το κρέας αλλά επιτρεπόταν το ψάρι. Στην Δυτική Ευρώπη όμως υπήρχε και μια άλλη εναλλακτική συνταγή, σύμφωνη με τις εντολές τις Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: η ουρά κάστορα. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. Το συγκεκριμένο τρωκτικό περνά πολλές ώρες μέσα σε λίμνες και ποτάμια ενώ μπορεί να μείνει 15 λεπτά κάτω από το νερό. Παράλληλα, η ουρά του κάστορα θυμίζει πλατύ ψάρι, καθώς καλύπτεται ολόκληρη από λέπια. Αυτό ήταν αρκετό για να την κατατάξουν στους ιχθείς και συνεπώς στις τροφές που επιτρέπονται κατά την διάρκεια των νηστειών. Λεγόταν μάλιστα ότι η γεύση της ουράς κάστορα ήταν ίδια με αυτήν του ψαριού. Επρόκειτο ίσως για την μοναδική φορά στην ιστορία που το τμήμα του σώματος ενός ζώου θεωρήθηκε ξεχωριστό είδος.

Παστή γουρουνοκεφαλή: Σήμερα, το πιάτο αυτό θα θύμιζε περισσότερο απομεινάρια από σφαγείο παρά ένα αξιοπρεπές γεύμα. Για τους ανθρώπους όμως του 18ου αιώνα ήταν μια συνηθισμένη συνταγή, η προετοιμασία της οποίας απαιτούσε πολλές μέρες. Αρχικά τοποθετούσαν μέσα σε κατσαρόλα μια ολόκληρη γουρουνοκεφαλή και την έβραζαν για δύο ώρες, μαζί με οπλές αγελάδας. Στην συνέχεια την έβγαζαν από το σκεύος, την άλειφαν με ένα μείγμα αλατιού, πιπεριού και λεμονιού και την άφηναν να παστωθεί για αρκετές ημέρες. Όταν η γουρουνοκεφαλή ήταν έτοιμη για κατανάλωση, σερβιρόταν συνήθως με μουστάρδα και ξύδι.

Κέικ Παραφίνης: Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλά νοικοκυριά αντιμετώπιζαν σοβαρές ελλείψεις σε βασικά υλικά μαγειρικής. Το βούτυρο, το λάδι και τα ζωικά λίπη είχαν γίνει εξαιρετικά δυσεύρετα και ο κόσμος αναγκαζόταν να καταφεύγει σε διάφορα υποκατάστατα. Το πιο δημοφιλές από αυτά ήταν το παραφινέλαιο, το οποίο χρησιμοποιείτο κυρίως στην ζαχαροπλαστική. Κατά την δεκαετία του ΄40, το κέικ παραφίνης με σπογγώδη υφή αποτελούσε ένα πολύ δημοφιλές γλύκισμα, παρά το γεγονός ότι μπορούσε να προκαλέσει διάρροια και άλλα σοβαρότερα προβλήματα υγείας.

 

 

 

 

Παράξενα πρότυπα γυναικείας ομορφιάς από το παρελθόν, του Γιάννη Παγουλάτου

«Τα’ ωραίο ειν’ άσκημο, τ’ άσκημο ωραίο», λέει ένας στίχος από τον «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ. Η φράση αυτή θα μπορούσε να περιγράψει απόλυτα την διαχρονική αντίθεση ανάμεσα στα σημερινά πρότυπα γυναικείας ομορφιάς και σε εκείνα που ίσχυσαν κατά καιρούς στο παρελθόν.

Αριστοκράτισσα του 18ου αιώνα με χαρακτηριστική περούκα τεραστίων διαστάσεων
Αριστοκράτισσα του 18ου αιώνα με χαρακτηριστική περούκα τεραστίων διαστάσεων

Η λεύκανση δοντιών είναι κάτι πάρα πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας. Μια αστραφτερή οδοντοστοιχία αποτελεί δείγμα όχι μόνο υγείας αλλά και ομορφιάς. Για πολλούς αιώνες όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά στην Ιαπωνία. Από το 200 μ.Χ περίπου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οι παντρεμένες γυναίκες στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου έβαφαν μαύρα τα δόντια τους, χρησιμοποιώντας βερνίκι από ρινίσματα σιδήρου και ξύδι. Στη βαφή προσέθεταν αρωματικά μπαχαρικά, προκειμένου να μην μυρίζει άσχημα το στόμα. Το βάψιμο των δοντιών καταργήθηκε επίσημα το 1870, αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα από διάφορες φυλετικές μειονότητες στην Κίνα και σε άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.

 Σύγχρονη Γιαπωνέζα με παραδοσιακή ενδυμασία και δόντια βαμμένα μαύρα
Σύγχρονη Γιαπωνέζα με παραδοσιακή ενδυμασία και δόντια βαμμένα μαύρα

Ένα μαυρισμένο κορμί θεωρείται σήμερα προτέρημα, ειδικά το καλοκαίρι στην παραλία. Γι αυτό άλλωστε υπάρχει και το σολάριουμ. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Από τον 6ο μέχρι και τον 18ο αιώνα, η μόδα στην Ευρώπη όριζε ότι οι γυναίκες έπρεπε να έχουν χλωμή και κάτασπρη επιδερμίδα, όπως αυτή των νεκρών. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό εξάλλου ήταν απόδειξη αριστοκρατικής καταγωγής, καθώς τα άτομα κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων αναγκάζονταν να περνούν την μέρα τους κάτω από τον ήλιο, δουλεύοντας στα χωράφια. Πολλές γυναίκες έφταναν στα άκρα, εφαρμόζοντας επικίνδυνες μεθόδους για να αποκτήσουν πελιδνή επιδερμίδα. Μια από αυτές ήταν η χρήση λευκού μολύβδου, αναμεμειγμένου με ξίδι. Η μακροχρόνια χρήση αυτής της τοξικής αλοιφής κατέστρεφε σταδιακά το πρόσωπο και προκαλούσε ανεπανόρθωτες βλάβες στο δέρμα. Επίσης, πολλές γυναίκες υφίσταντο οικειοθελώς μερική αφαίμαξη, μέχρις ότου η επιδερμίδα τους να γίνει χλωμή σε επιθυμητό βαθμό. Αυτή η εξαιρετικά ανθυγιεινή μέθοδος  πραγματοποιείτο συνήθως τοποθετώντας βδέλλες σε αρκετά σημεία του σώματος. Τον 18ο αιώνα, οι γυναίκες που πετύχαιναν την επιθυμητή χλωμάδα, τόνιζαν τις φλέβες τους με μπλε μολύβι ώστε το δέρμα τους να φαίνεται ακόμα πιο λευκό.

Γυναικεία πορτραίτα με διευρυμένα μέτωπα, από τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση
Γυναικεία πορτραίτα με διευρυμένα μέτωπα, από τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση

Από το 1300 περίπου και μέχρι την Αναγέννηση, το μεγάλο γυναικείο μέτωπο ήταν δείγμα  ομορφιάς και ερωτισμού στην Ευρώπη. Οι κοπέλες έβγαζαν όλες τις τρίχες των μαλλιών τους από το μπροστινό τμήμα του κεφαλιού, φθάνοντας πολλές φορές ως την κορυφή του. Με αυτόν τον τρόπο ήθελαν να δώσουν ένα μακρόστενο σχήμα στο πρόσωπό τους, όπως πρόσταζε η μόδα της εποχής. Για να τονίσουν ακόμα περισσότερο το κούτελό τους, οι γυναίκες έβγαζαν επίσης τις βλεφαρίδες τους και σχεδόν όλες τις τρίχες από τα φρύδια τους, αφήνοντας μόνο μια ανεπαίσθητη γραμμή πάνω από κάθε μάτι.

Ο 18ος αιώνας δεν ήταν ευνοϊκή περίοδος ούτε για τις ξανθιές ούτε για τις μελαχρινές στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής, τα μαλλιά των γυναικών έπρεπε να είναι λευκά ή έστω γκρίζα και να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερο όγκο γίνεται. Για τον λόγο αυτό κατασκευάζονταν περούκες τεραστίων διαστάσεων και κατάλληλου χρώματος, προοριζόμενες κυρίως για την αριστοκρατία, καθώς το κόστος τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Οι φτωχότερες γυναίκες αναγκάζονταν απλώς να περιοριστούν στην χρήση λευκής πούδρας μαλλιών. Οι τεράστιες άσπρες ή γκρίζες περούκες ήταν συνήθως ιδιαίτερα περίτεχνες και φορτωμένες με διάφορα διακοσμητικά αντικείμενα, όπως κορδέλες, δαντέλλες, φτερά, γιρλάντες από λουλούδια, απομιμήσεις φρούτων ή ακόμα και μοντέλα πλοίων υπό κλίμακα! Ο μεγάλος όγκος και το βάρος αυτής της μάζας τεχνητών μαλλιών και στολιδιών, προκαλούσε δυσκολίες στην κίνηση του κεφαλιού αλλά και του υπόλοιπου σώματος γενικότερα. Τα προβλήματα όμως δεν σταματούσαν εκεί. Οι τεράστιες περούκες κατασκευάζονταν συγκολλώντας με ζωικό λίπος τις ψεύτικες τρίχες γύρω από έναν ξύλινο σκελετό. Η πρακτική αυτή ήταν αποτελεσματική αλλά παρουσίαζε και κάποια μειονεκτήματα. Το λίπος προσέλκυε ποντικούς και διάφορα έντομα τα οποία συχνά φώλιαζαν μέσα στις περούκες! Έτσι, οι κάτοχοί τους αναγκάζονταν να τις φυλάσσουν μέσα σε μικρά κλουβιά, όταν δεν τις φορούσαν.

 

Μην το επιχειρήσετε στο σπίτι: μαγικές ερωτικές συνταγές από το πρώιμο Βυζάντιο, του Γιάννη Παγουλάτου

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αντιμετωπίσει κατά καιρούς προβλήματα με τα αισθηματικά τους. Το άτομο που τους ενδιαφέρει είτε δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά τους, είτε είναι δεσμευμένο, είτε και τα δύο. Μερικοί απλώς δέχονται την ήττα τους. Κάποιοι άλλοι κάνουν ό,τι μπορούν για να μεταβάλλουν την κατάσταση προς όφελός τους. Στο πρώιμο Βυζάντιο (4ος – 7ος μ.Χ αιώνας) υπήρχε για πολλούς και η εναλλακτική λύση της πρακτικής μαγείας. Παρόλο που ο Χριστιανισμός είχε ήδη καταστεί η επικρατούσα θρησκεία της αυτοκρατορίας, η προσφυγή σε πνεύματα και δαίμονες για την επίλυση ερωτικών προβλημάτων παρέμενε ευρέως διαδεδομένη.

Μάγισσες επί το έργον, σε πίνακα του Ιταλού ζωγράφου Σαλβατόρ Ρόζα
Μάγισσες επί το έργον, σε πίνακα του Ιταλού ζωγράφου Σαλβατόρ Ρόζα

Μια μαγική συνταγή από την Βυζαντινή Αίγυπτο εγγυόταν την σίγουρη αποπλάνηση παντρεμένης γυναίκας. Η διαδικασία ήταν σχετικά απλή και βασιζόταν στην πεποίθηση ότι τα πλάσματα που ζούσαν στους τόπους των νεκρών ήταν ενσαρκωμένοι δαίμονες. Αρχικά χρειαζόταν μια παρδαλή σαύρα η οποία θα έπρεπε να οπωσδήποτε να συλληφθεί σε χώρο μουμιοποίησης πτωμάτων. Στην συνέχεια το ερπετό τοποθετούνταν σε ένα σιδερένιο δοχείο μαζί με αναμμένα κάρβουνα. Καθώς η σαύρα καιγόταν ζωντανή, ο εκτελών την διαδικασία έπρεπε να πει δυνατά την φράση: «Σαύρα, σαύρα! Όπως σε μίσησαν ο Ήλιος και οι θεοί, έτσι να μισήσει η τάδε τον άνδρα της κι αυτός εκείνη για πάντα». Υποτίθεται ότι ο δαίμονας θα ένιωθε τον πόνο της σαύρας και, εξερχόμενος με οργή από το νεκρό σώμα της, θα ξεσπούσε πάνω στο στοχοποιημένο ζευγάρι.

Αρκετά διαδεδομένη στο πρώιμο Βυζάντιο ήταν και η χρήση μαγικών ερωτικών αλοιφών. Τα παρασκευάσματα αυτά θεωρούνταν ιδανικά για περιπτώσεις ανδρών οι οποίοι φοβούνταν μην χάσουν το ταίρι τους. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν ήταν να απλώσουν την αλοιφή στο μόριό τους και να κάνουν έρωτα με την αγαπημένη τους. Τότε, το μαγικό παρασκεύασμα θα ενεργούσε αμέσως και θα «έδενε» για πάντα την γυναίκα με τον σύντροφό της. Κάποιες από αυτές τις αλοιφές αποτελούνταν συνήθως από λιωμένους καρπούς ακακίας και μέλι. Για πιο ισχυρά όμως αποτελέσματα, οι μάγοι συνιστούσαν ένα μείγμα που παρασκευαζόταν από χολή αγριογούρουνου, ακατέργαστο ορυκτό αλάτι και μέλι προερχόμενο απαραιτήτως από την Αττική.

Πάπυρος με μαγική ερωτική συνταγή από την Αίγυπτο της πρώιμης Βυζαντινής Περιόδου
Πάπυρος με μαγική ερωτική συνταγή από την Αίγυπτο της πρώιμης Βυζαντινής Περιόδου

Εκτός από τις αλοιφές, υπήρχαν και τα μαγικά ερωτικά φίλτρα, όπως εκείνο που παρασκευαζόταν αναμειγνύοντας 2/4 αλατιού και μελόκρασου. Συγχρόνως, ο εκτελών την διαδικασία έπρεπε να απαγγείλει δυνατά τα επτά γράμματα των μάγων: Α, Ε, Η, Ι, Ο, Υ, Ω. Υπήρχαν όμως και πιο δύσκολες συνταγές, οι οποίες απαιτούσαν αρκετά περίπλοκη διαδικασία. Σύμφωνα με κάποια από αυτές, ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να πάρει ένα ποντίκι, να αφαιρέσει την χολή και την καρδιά του και να αφήσει το πτώμα του να αποξηρανθεί. Επρόκειτο για μια σχετικά χρονοβόρα διαδικασία που μπορούσε να χρειαστεί μέρες. Στη συνέχεια, ο ενδιαφερόμενος κονιορτοποιούσε τον αποξηραμένο ποντικό και ανακάτευε την σκόνη με αίμα από το δεύτερο δάχτυλο του αριστερού του χεριού. Το μείγμα αυτό μπορούσε – σύμφωνα πάντα με τους μάγους – να μετατρέψει ένα οποιοδήποτε ποτό σε μαγικό ερωτικό φίλτρο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα παρασκευάσματα αυτά υποτίθεται ότι είχαν αποτέλεσμα μόνο αν το στοχοποιημένο άτομο τα έπινε, ξεγελασμένο προφανώς από κάποιο τέχνασμα του ενδιαφερομένου.

Αγαλματίδιο που χρησιμοποιήθηκε σε τελετές ερωτικής μαγείας, 4ος μ.Χ αιώνας
Αγαλματίδιο που χρησιμοποιήθηκε σε τελετές ερωτικής μαγείας, 4ος μ.Χ αιώνας

Η ερωτική μαγεία στο πρώιμο Βυζάντιο δεν αφορούσε μόνο στις ετερόφυλες σχέσεις αλλά ήταν εξίσου δημοφιλής και στα ομόφυλα ζευγάρια. Σε ένα ακόμα ξόρκι από την Αίγυπτο εκείνης της περιόδου, υπάρχει επίκληση στις θεότητες Ερμή και Άνουβι, προκειμένου να προσελκύσουν και να «δέσουν» κάποια Σαραπία σε μια άλλη γυναίκα, την Εραίς. Ή αναφορά σε μορφές προχριστιανικών θρησκειών δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση. Στην άσκηση ερωτικής μαγείας, η επίκληση αρχαίων θεοτήτων ήταν συχνή. Εκτός από τον Ερμή, οι μάγοι απευθύνονταν μεταξύ άλλων στον Απόλλωνα, την Άρτεμη, την Εκάτη, την Περσεφόνη, την Σελήνη και φυσικά την Αφροδίτη, για να επιλύσουν τα αισθηματικά προβλήματα των πελατών τους. Υπάρχουν επίσης επικλήσεις στους αιγυπτιακούς θεούς Σεθ, Ώρο και Βησά καθώς και στον ιρανικό Μίθρα.

*Χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο της Αναστασίας Βακαλούδη «Η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο στο πρώιμο Βυζάντιο», εκδόσεις «Ενάλιος» 2001

Αρχαίοι μύθοι και πιθανές εξηγήσεις τους, του Γιάννη Παγουλάτου

Μια από τις βασικές διαφορές του παραμυθιού από τον μύθο είναι ότι ο δεύτερος δεν είναι εξ’ ολοκλήρου αποκύημα της φαντασίας, αλλά έχει έναν ιστορικό πυρήνα. Βασίζεται δηλαδή σε κάποιο πραγματικό περιστατικό το οποίο οι άνθρωποι, με το πέρασμα των χρόνων, το μεγαλοποίησαν ή το διαστρέβλωσαν, προκειμένου η διήγησή του να είναι πιο εντυπωσιακή και ενδιαφέρουσα.

Κένταυρος, σε Ρωμαϊκό ψηφιδωτό
Κένταυρος, σε Ρωμαϊκό ψηφιδωτό

Στη μυθολογία, οι Κένταυροι αναφέρονται ως μία φυλή τερατόμορφων όντων, τα οποία ήταν άνθρωποι κατά τον πάνω μισό κορμό και άλογα κατά τον κάτω μισό. Είχαν βίαιο και επιθετικό χαρακτήρα, πραγματοποιούσαν επιδρομές εναντίον των ανθρώπων και συγκρούονταν συχνά με αυτούς. Από την ιστορία είναι γνωστό πώς υπήρξαν νομαδικά έθνη έφιππων πολεμιστών, οι οποίοι περνούσαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας επάνω στην σέλλα. Τέτοιοι ήταν π.χ οι Σκύθες, οι Σαρμάτες, οι Ούννοι και οι Μογγόλοι. Για τους τελευταίους μάλιστα λέγεται ότι δεν κατέβαιναν σχεδόν ποτέ από τα άλογά τους. Είναι πιθανό, κατά την Εποχή του Χαλκού, να κατοικούσε και στην Ελλάδα κάποια βαρβαρική φυλή έφιππων πολεμιστών. Καθώς λοιπόν βρίσκονταν σχεδόν συνεχώς πάνω στα άλογά τους, η φαντασία των μεταγενέστερων Ελλήνων τους μετέτρεψε τελικά σε υβρίδια, με χαρακτηριστικά ίππου και ανθρώπου.

Θησέας και Μινώταυρος, του γλύπτη Ετιέν-Ζυλ Ραμέ (1826)
«Θησέας και Μινώταυρος», του γλύπτη Ετιέν-Ζυλ Ραμέ (1826)

Ένα άλλο μυθικό έθνος τεράτων ήταν οι Κύκλωπες, γιγαντόσωμοι άνθρωποι που είχαν ένα και μοναδικό μάτι στο μέτωπό τους. Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για τον μύθο αυτών των πλασμάτων πρότεινε το 1914 ο Αυστριακός παλαιοντολόγος και βιολόγος Οθένιο Άμπελ. Σύμφωνα με την θεωρία του, κατά τα προϊστορικά χρόνια, νάνοι ελέφαντες ζούσαν σε πολλές περιοχές του μετέπειτα Ελληνικού κόσμου. Μία από αυτές ήταν και η Σικελία όπου, σύμφωνα με τον μύθο, κατοικούσαν οι Κύκλωπες. Οι Έλληνες έβρισκαν οστά και κρανία από νάνους ελέφαντες, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσαν, αφού το είδος αυτό είχε εξαφανιστεί πριν από χιλιάδες χρόνια. Έτσι, βλέποντας την μεγάλη ρινική κοιλότητα, στο κέντρο του κρανίου από όπου ξεκινούσε η προβοσκίδα, νόμιζαν ότι πρόκειται για κόγχη ματιού και πίστευαν ότι τα οστά ανήκαν σε γιγαντόσωμους μονόφθαλμους ανθρώπους. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν εξάλλου να γνωρίζουν την ανατομία των ελεφάντων, αφού οι Ευρωπαίοι είδαν για πρώτη φορά αυτό το είδος ζώου κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Σύγχρονη αναπαράσταση υπό κλίμακα Ασσυριακών πολιορκητικών μηχανών
Σύγχρονη αναπαράσταση υπό κλίμακα Ασσυριακών πολιορκητικών μηχανών

Δέκα χρόνια πολιορκούσαν μάταια οι Έλληνες την Τροία. Τελικά, ύστερα από συμβουλή του Οδυσσέα, έφτιαξαν ένα τεράστιο κούφιο ξύλινο άλογο, τον Δούρειο Ίππο και στο εσωτερικό του κρύφτηκαν μερικοί πολεμιστές. Οι Τρώες πήραν την κατασκευή αυτή ως λάφυρο στην πόλη τους. Οι κρυμμένοι στρατιώτες βγήκαν τη νύχτα και άνοιξαν τις πύλες της Τροίας στους υπόλοιπους Έλληνες. Έτσι η πόλη αλώθηκε. Ίσως όμως, στην πραγματικότητα, τα πράγματα να εξελίχθηκαν διαφορετικά. Είναι γνωστό ότι την εποχή του Τρωικού Πολέμου, οι Ασσύριοι χρησιμοποιούσαν ξύλινες πολιορκητικές μηχανές μεγάλου μεγέθους, οι οποίες ήταν κούφιες και στο εσωτερικό τους κρύβονταν επιτιθέμενοι πολεμιστές. Το σχήμα αυτών των κατασκευών έμοιαζε, κατά κάποιον τρόπο, με ζώο. Είχαν «ράχη», «λαιμό», «πόδια» και κινούνταν πάνω σε τροχούς. Οι Ασσύριοι τους έδιναν ονόματα ζώων και τις κάλυπταν με βρεγμένα δέρματα αλόγου, για προστασία από φλεγόμενα βέλη. Είναι πιθανό ο Δούρειος Ίππος να ήταν τελικά κάποια παρόμοια πολιορκητική μηχανή.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας υποχρέωσε τους Αθηναίους να στέλνουν κάθε εννιά χρόνια εφτά νέους και εφτά νέες για να κατασπαραχθούν από τον Μινώταυρο, ένα πλάσμα με σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου. Ο Θησέας όμως σκότωσε το τέρας αυτό καταργώντας την τυραννία των Κρητών. Λίγα είναι γνωστά για την θρησκεία των Μινωιτών, η οποία παραμένει αρκετά σκοτεινή. Σίγουρα όμως η λατρεία του Ταύρου κατείχε κυρίαρχη θέση. Δεν αποκλείεται οι επτά νέοι και οι επτά νέες να προορίζονταν στην πραγματικότητα για ανθρωποθυσία σε κάποια ταυρόμορφη θεότητα της Κρήτης. Ο δε Θησέας ίσως ήταν κάποιος πολέμαρχος ο οποίος νίκησε τους Μινωίτες και απάλλαξε τους Αθηναίους από τον επαχθή φόρο που έπρεπε να πληρώνουν.

Σωματικές τιμωρίες στα πρώτα ελληνικά σχολεία, του Γιάννη Παγουλάτου

Για πολλούς Έλληνες οι σωματικές τιμωρίες στο σχολείο είναι μια πραγματικά δυσάρεστη ανάμνηση. Η βέργα, τα χαστούκια, η ορθοστασία στο ένα πόδι, αποτελούσαν συνήθεις πρακτικές οι οποίες ευτυχώς έχουν πια καταργηθεί. Όσο όμως σκληρές κι αν φαίνονται σήμερα αυτές οι τιμωρίες, ωχριούν μπροστά σε εκείνες που εφαρμόζονταν στα πρώτα ελληνικά σχολεία.

«Ο Κουρέας», πίνακας του Νικόλαου Γύζη
«Ο Κουρέας», πίνακας του Νικόλαου Γύζη

Στα εκπαιδευτήρια που λειτούργησαν κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι αυστηρές σωματικές ποινές αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο. Ο Παναγής Σκουζές, έμπορος και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφει στα απομνημονεύματά του τις τιμωρίες των απείθαρχων παιδιών στα αθηναϊκά σχολεία, γύρω στο 1785. Αν ο μαθητής καθυστερούσε να προσέλθει, ο δάσκαλος τον χτυπούσε στις παλάμες με ένα μαστίγιο από δέρμα βοδιού και τον ανάγκαζε να σταθεί για λίγο όρθιος στο ένα πόδι. Για σοβαρότερα παραπτώματα η τιμωρία ήταν ραβδισμοί στην πλάτη ή στα γυμνά πέλματα των ποδιών, το γνωστό βασανιστήριο του φάλαγγα. Κάποια από τα υπόλοιπα παιδιά αναγκάζονταν να συμμετέχουν στην εκτέλεση της ποινής, κρατώντας τον τιμωρούμενο συμμαθητή τους ακίνητο, όσο εκείνος δεχόταν τα χτυπήματα. Ο αριθμός των ραβδισμών κυμαινόταν από 12 ως 50 περίπου, ανάλογα την ηλικία του παιδιού και την βαρύτητα του παραπτώματός του. Ο Σκουζές μάλιστα αναφέρει ότι δεν ήταν λίγοι οι μαθητές που ουρούσαν επάνω τους από τον φόβο, όταν ο δάσκαλος θύμωνε και έβαζε τις φωνές μέσα στην τάξη.

Το βασανιστήριο του φάλαγγα καταργήθηκε στα σχολεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το 1829. Διατηρήθηκαν όμως πολλές μορφές ραβδισμού και άλλες σωματικές τιμωρίες, όπως η ορθοστασία στο ένα πόδι και το αναγκαστικό κούρεμα. Ο μόνος ουσιαστικά περιορισμός του δασκάλου κατά την επιβολή των ποινών αυτών ήταν το ότι έπρεπε να ραβδίζει τον μαθητή από τους ώμους και κάτω και όχι στο κεφάλι. Μια κυβερνητική οδηγία του 1828 προς το Καποδιστριακό Ορφανοτροφείο – το πρώτο διδακτήριο της ελεύθερης Ελλάδας – επέβαλλε στους άτακτους οικότροφους την κατάκλιση σε κρεβάτια που είχαν άχυρα ή ξερά φύλλα για στρώμα και μια πέτρα για μαξιλάρι. Στο ίδιο έγγραφο προβλεπόταν η κλιμάκωση των ποινών, ανάλογα με το πόσο γρήγορα συμμορφώνονταν ο μαθητής. Την πρώτη φορά που θα υπέπιπτε σε κάποιο παράπτωμα, απλώς ο δάσκαλος θα του έκανε έντονα την παρατήρηση μπροστά στους συμμαθητές του. Την δεύτερη, οι καθημερινές μερίδες φαγητού του θα μειώνονταν κατά το ήμισυ. Την τρίτη δε φορά θα του έπαιρναν τα ρούχα που του είχαν δώσει στο ορφανοτροφείο και θα του έδιναν τα κουρέλια τα οποία φορούσε όταν είχε πρωτοέρθει εκεί.

«Κάλαντα», πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα
«Κάλαντα», πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα

Μια άλλη, ιδιαίτερα ειδεχθής σχολική τιμωρία, που εφαρμοζόταν κυρίως στην επαρχία, ήταν και η διαπόμπευση. Αρχικά ο τιμωρούμενος μαθητής μουτζουρωνόταν στο πρόσωπο με μελάνι από τον δάσκαλο. Στη συνέχεια, οι συμμαθητές του περνούσαν ένας ένας από μπροστά του και τον έφτυναν. Αν το παράπτωμά του ήταν ιδιαίτερα βαρύ, τον πήγαιναν στο κέντρο του χωριού όπου επαναλαμβανόταν η διαδικασία του φτυσίματος, αυτή τη φορά από τους περαστικούς.

Η εξοικείωση των μαθητών με τις σωματικές τιμωρίες γινόταν ακόμα και μέσω του περιεχομένου της διδακτέας ύλης. Οι πιο συνηθισμένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι ως παράδειγμα στην κλίση των ουσιαστικών, ήταν ‘η ράβδος’ και ‘η μάστιξ’ ενώ στην κλίση ρημάτων το ‘τύπτω’. Είναι η εποχή κατά την οποία το πνεύμα της διδασκαλίας εκφράζεται με το περίφημο ρητό ‘όπου ου πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος’.

Οι σκληρές σωματικές τιμωρίες στα ελληνικά σχολεία συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα αλλά και στις αρχές του 20ου. Με το πέρασμα των χρόνων όμως η εφαρμογή τους άρχισε να περιορίζεται ολοένα και περισσότερο. Παρόλα αυτά, η ρητή και οριστική τους απαγόρευση στο χώρο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης επήλθε μόλις το 1998, με το άρθρο 13 παρ. 8 του Προεδρικού Διατάγματος 201/1998. Θα περνούσαν άλλα επτά χρόνια για να καταργηθούν επίσημα και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με το άρθρο 21 του νόμου 3328/2005.

«Το σχολείο του χωριού», πίνακας του Ελβετού ζωγράφου Αλμπέρ Άνκερ
«Το σχολείο του χωριού», πίνακας του Ελβετού ζωγράφου Αλμπέρ Άνκερ

Χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμώπουλου «Βασανιστήρια και Εξουσία», εκδόσεις Στάχυ 1997

Γνωστές-άγνωστες καθημερινές μελωδίες, του Γιάννη Παγουλάτου

Τις αναγνωρίζουμε, μας είναι οικείες, τις έχουμε ακούσει άπειρες φορές αλλά δεν μπορούμε να τις ονοματίσουμε. Ο λόγος για τις μελωδίες εκείνες που αποτελούν, λίγο πολύ, μέρος της καθημερινότητάς μας, χωρίς να γνωρίζουμε όμως τον τίτλο, τον συνθέτη ή την προέλευσή τους.

Ο συθέτης του «Γαμήλιου Εμβατηρίου», Φέλιξ Μέντελσον
Ο συνθέτης του «Γαμήλιου Εμβατηρίου», Φέλιξ Μέντελσον

Κάθε παλιά ελληνική ταινία που ήθελε να έχει ένα αίσιο τέλος, έπρεπε να καταλήξει στον γάμο των πρωταγωνιστών της – ή έστω κάποιων από αυτούς. Έτσι, πολύ συχνά, η τελευταία και σχεδόν καθαρτήρια σκηνή έδειχνε τον γαμπρό με τη νύφη έξω από μια εκκλησία. Το πλάνο αυτό είχε, τις περισσότερες φορές, ως μουσική υπόκρουση ένα εμβατήριο το οποίο σταδιακά κατέστη πολύ οικείο στο κοινό. Ποτέ όμως δεν έγινε γνωστή κάποια επιπλέον πληροφορία για την συγκεκριμένη μελωδία. Το εμβατήριο αυτό λοιπόν είναι έργο του Γερμανού συνθέτη Φέλιξ Μέντελσον και γράφτηκε το 1842. Δεν είναι αυτοτελής σύνθεση αλλά αποτελεί τμήμα μιας σουίτας που προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί ως μουσική επένδυση του θεατρικού «Όνειρο θερινής νυκτός», του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ.

Τα κεντρικά γραφεία της Nokia, στην Φινλανδία
Τα κεντρικά γραφεία της Nokia, στην Φινλανδία

Η φινλανδική Nokia είναι από τις πιο γνωστές πολυεθνικές εταιρίες επικοινωνίας και τεχνολογίας παγκοσμίως. Το ηχητικό σήμα κατατεθέν της – γνωστό και ως Nokia tune – αποτελεί ήχο κλήσης σε εκατομμύρια κινητά τηλέφωνα, τα οποία κατασκευάζει η ίδια εδώ και πάνω από 20 χρόνια. Η μελωδία αυτή όμως, δεν είναι κάτι που γράφτηκε ειδικά για την Nokia κατά παραγγελία. Πρόκειται για μια μουσική φράση παρμένη από το έργο «Gran Vals» του Ισπανού συνθέτη και κιθαρίστα Φρανθίσκο Τάρεγα, γραμμένο για κλασσική κιθάρα, το 1902. Σύμφωνα με μια έρευνα του 2010, υπολογίστηκε ότι ο συγκεκριμένος ήχος κλήσης ακούγεται 1,8 δισεκατομμύρια φορές τη μέρα σε όλον τον κόσμο, δηλαδή 20.000 περίπου φορές ανά δευτερόλεπτο.

Πίστα του γνωστού ηλεκτρονικού παιχνιδιού «Τέτρις»
Πίστα του γνωστού ηλεκτρονικού παιχνιδιού «Τέτρις»

Το μουσικό σήμα της ΕΡΤ, η ποιμενική φλογέρα με τα κουδουνάκια αιγοπροβάτων στο βάθος, είναι σίγουρα ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ήχους στην Ελλάδα. Στον αέρα ακούστηκε για πρώτη φορά στις 21 Μαΐου 1938, κατά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών Εκπομπών. Αργότερα, με την έλευση της τηλεόρασης, καθιερώθηκε και ως μουσικό σήμα της ΕΡΤ. Η μελωδία αυτή ανήκει σε ένα πολύ παλιό δημοτικό τραγούδι με τίτλο «Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα». Πάνω σε αυτό βασίστηκαν ο μουσικός και κλαρινίστας Νίκος Ρέλλιας με τον συνθέτη Τάκη Μωράκη και δημιούργησαν το τελικό μουσικό σήμα της ΕΡΤ, που περιλάμβανε την προσθήκη των κουδουνιών. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετά άτομα από την τότε «υψηλή κοινωνία» θεώρησαν σκανδαλώδη την απόφαση της κρατικής ραδιοφωνίας να επιλέξει μια μελωδία η οποία θύμιζε βοσκούς, στάνες και ποιμενική ζωή, γενικότερα.

Όσοι παρακολουθούν κάθε χρόνο τον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision θα έχουν παρατηρήσει πως το πρόγραμμα ξεκινάει πάντα με μία πομπώδη και πανηγυρική μελωδία από σάλπιγγες και βιολιά, που θυμίζει παλιές εποχές. Πρόκειται για το μουσικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης (EBU) με το οποίο ξεκινούν όλες οι εκπομπές της, συμπεριλαμβανομένου και του διαγωνισμού της Eurovision. Η μελωδία αυτή πράγματι θυμίζει περασμένους αιώνες και δεν ταιριάζει με τα σύγχρονα τραγούδια που παρουσιάζονται από τις διαγωνιζόμενες χώρες. Ο λόγος είναι απλός: το μουσικό σήμα της Eurovision γράφτηκε στα τέλη του 17ου αιώνα και είναι η εισαγωγή ενός θρησκευτικού έργου, του Γάλλου συνθέτη Μάρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ. Τον Αύγουστο του 1692 ο Γαλλικός Στρατός νίκησε στη μάχη του Στέεκνερκ τις ενωμένες δυνάμεις Αγγλίας, Σκωτίας, Ολλανδίας και Δανίας. Ο Σαρπαντιέ συνέθεσε τότε ένα Te Deum, δηλαδή μια δοξολογία, για τις επινίκιες εορταστικές εκδηλώσεις που ακολούθησαν. Το πρελούδιο (εισαγωγή) του έργου αυτού είναι το μουσικό σήμα της Eurovision.

Από τα πιο δημοφιλή ηλεκτρονικά παιχνίδια στον κόσμο είναι το «Τέτρις», του Ρώσου προγραμματιστή Αλεξέι Παζίτνοφ. Το μουσικό θέμα του παιχνιδιού είναι γνωστό σε εκατομμύρια ανθρώπους. Η μελωδία του ανήκει σε ένα παραδοσιακό ρωσικό τραγούδι με τίτλο «Korobeiniki» που σημαίνει «Γυρολόγοι». Οι στίχοι γράφτηκαν το 1861 από τον ποιητή Νικολάι Νεκράσοφ και μιλάνε για τον έρωτα μιας κοπέλας και ενός πλανόδιου έμπορου.

Όταν η ιστορία μοιράζει ρόλους στους ηθοποιούς, του Γιάννη Παγουλάτου

Τα καταλυτικά γεγονότα της ιστορίας επηρεάζουν τους πάντες, χωρίς εξαιρέσεις. Πολλοί γνωστοί Έλληνες ηθοποιοί έζησαν σε ταραγμένες εποχές, οι οποίες σημάδεψαν για πάντα τις ζωές τους.

Ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Βασίλης Αυλωνίτης στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο»
Ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Βασίλης Αυλωνίτης στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο»

Τον Αύγουστο του 1931, ο Βασίλης Αυλωνίτης συμμετείχε στην επιθεώρηση «Κατεργάρα», στο θέατρο Περοκέ. Ο δημοφιλής κωμικός σατίριζε στο νούμερό του το κόμμα του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου αλλά και τους αντιπάλους του. Αυτό ενόχλησε τέσσερις φανατικούς βενιζελικούς θεατές οι οποίοι εισέβαλαν στην σκηνή και επιτέθηκαν στους ηθοποιούς, διακόπτοντας την παράσταση. Ένας από τους ταραξίες κρατούσε περίστροφο με το οποίο σημάδεψε και πυροβόλησε τον Αυλωνίτη. Εκείνος όμως απέφυγε την σφαίρα η οποία τελικά πέτυχε στην καρδιά τον τεχνικό του θεάτρου, σκοτώνοντάς τον. Παράλληλα, δεν ήταν λίγοι και οι θεατές που τραυματίστηκαν, εξαιτίας της επίθεσης. Τα γεγονότα αυτά είχαν σοκάρει τον Αυλωνίτη, ο οποίος σε όλη του την ζωή ένιωθε τύψεις για τον άτυχο τεχνικό.

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, το 1940, ο 32χρονος τότε Μάνος Κατράκης κατατάχθηκε στον στρατό και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Παραδόξως όμως, δεν κινδύνεψε να χάσει την ζωή του σε ανταλλαγή πυρών αλλά σε ένα ατύχημα με άλογο. Μια μέρα κατέβαινε έφιππος κάποιον ορεινό δύσβατο δρόμο, ο οποίος βρισκόταν στο χείλος ενός γκρεμού. Τη στιγμή εκείνη, ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο πέρασε με θόρυβο δίπλα από τον Κατράκη. Το άλογό του τρόμαξε, σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Ο ηθοποιός καταπλακώθηκε από το βάρος του ζώου, το οποίο είχε τραυματιστεί σοβαρά κατά την πτώση του και αδυνατούσε πια να σταθεί όρθιο. Πέρασαν πολλές ώρες χωρίς να φανεί κάποιος για βοήθεια. Ο Κατράκης άρχισε να πιστεύει ότι θα πέθαινε τελικά από την πείνα και το κρύο. Ευτυχώς όμως, την ύστατη στιγμή, κάποιοι στρατιώτες που περνούσαν τυχαία από εκεί τον είδαν και τον απεγκλώβισαν από το τραυματισμένο άλογο. Κατά την διάρκεια της κατοχής, ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και έλαβε ενεργό μέρος στην αντίσταση. Μετά τον πόλεμο πλήρωσε βαρύ τίμημα για τις αριστερές του ιδέες, καθώς από το 1947 ως το 1952 εξορίστηκε σε Μακρόνησο, Ικαρία και Αη-Στράτη, υπομένοντας κακουχίες και βασανιστήρια.

Ο Θανάσης Βέγγος στην ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση»;
Ο Θανάσης Βέγγος στην ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση»;

Από την Μακρόνησο πέρασε και ένας άλλος μεγάλος Έλληνας ηθοποιός, ο Θανάσης Βέγγος. Ο πατέρας του ήταν αριστερός και στην κατοχή συνεργάστηκε με τον ΕΛΑΣ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί και ο γιος του κομμουνιστής, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες. Τον Μάρτιο του 1949, ο Βέγγος στάλθηκε στην Μακρόνησο, προκειμένου να υπηρετήσει την διετή στρατιωτική του θητεία. Αν και φαντάρος η ζωή του δεν διέφερε πολύ από αυτή των πολιτικών κρατουμένων. Τον περισσότερο καιρό δούλευε σκληρά στα νταμάρια της Μακρονήσου, σπάζοντας πέτρες. Λέγεται μάλιστα ότι εξαιτίας της εμπειρίας του αυτής είχε σε όλη του την ζωή μια παθολογική απέχθεια για την σκόνη.

Ο Μίμης Φωτόπουλος συμμετείχε κι αυτός στην αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Η μεγάλη του περιπέτεια όμως ξεκίνησε το 1944 στα Δεκεμβριανά, την ένοπλη αναμέτρηση των ανταρτών του ΕΛΑΣ με τις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Βρετανούς. Το σπίτι του καταστράφηκε ολοσχερώς ενώ ο ίδιος συνελήφθη, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1945 και μεταφέρθηκε στο βρετανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων Ελ Ντάμπα, στην Αίγυπτο. Εκεί έμεινε μέχρι τον Μάρτιο του 1945, ζώντας υπό άθλιες συνθήκες μαζί με άλλους 5.000 Έλληνες κρατούμενους. Ο Φωτόπουλος περιέγραψε την ιστορία της αιχμαλωσίας του στο βιβλίο του «Ελ Ντάμπα, όμηρος των Εγγλέζων».

Ο Σωτήρης Μουστάκας στην ταινία «Ένας νομοταγής πολίτης»
Ο Σωτήρης Μουστάκας στην ταινία «Ένας νομοταγής πολίτης»

Το 1955, σε ηλικία 15 ετών, ο Σωτήρης Μουστάκας οργανώθηκε στην ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) η οποία την περίοδο 1955-59 πολεμούσε για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού. Ο Κύπριος κωμικός, μαθητής Λυκείου τότε, μοίραζε επαναστατικά φυλλάδια και έγραφε πατριωτικά συνθήματα στους τοίχους. Στάθηκε όμως πολύ άτυχος. Συνελήφθη από τους Βρετανούς και έμεινε για εφτά μήνες στην φυλακή, όπου υπέστη απάνθρωπες στερήσεις και ξυλοδαρμούς.

Η «ατυχήσασα» χήρα του Σικάγου, του Βαγγέλη Γεωργίου

Στα 1900 οι άνθρωποι έπεφταν σαν τα κοτόπουλα από ένα σωρό αρρώστιες και επιδημίες. Ακόμα και στις ανεπτυγμένες ΗΠΑ ο θάνατος ενός 60χρονου γείτονα ήταν ρουτίνα.

Αλλά όταν εκτός από τον γείτονα τον ακολουθούσαν τα παιδιά του και τα εγγόνια του τότε η ρουτίνα γινόταν κατάρα. Αυτό ακριβώς συνέβη σε μια μεγάλη αγροτική οικογένεια στο Barrington (Ιλινόις) των ΗΠΑ το 1893 όταν άφησε τον κόσμο ο πολύτεκνος 66άρης Fred Brindkamp.  Λίγο αργότερα ακολούθησε η κορούλα του, η 8χρονη Cora αλλά και η πιο μικρή του, η Florence που δεν είχε πατήσει ούτε τα 5 της χρόνια. Αρκετά χρόνια αργότερα τον Ιανουάριο του 1906 η 26χρονη Lillian προσβλήθηκε από μια οξεία νεφρίτιδα και υπέκυψε. Αυτό ήταν, η οικογένεια είχε κυριευτεί από σκοτεινές δυνάμεις, ακατανόητες, και η μητέρα, η Λουίζ τα μάζεψε και έφυγε στο Σικάγο βρίσκοντας παρηγοριά σε ένα νέο σύζυγο τον Charles Vermilya που εργαζόταν ως εισπράκτορας στην σιδηροδρομική εταιρεία Chicago & Northwestern.

Ο καημένος ο Charles όμως δεν μπόρεσε να χαρεί τη νέα του σύζυγο γιατί σε κάποια στιγμή υπέφερε από οξεία γαστρίτιδα από την οποία δεν μπόρεσε να συνέλθει αφήνοντας τον Αύγουστο του 1909 την Λουίζ για δεύτερη φορά χήρα. Ο έρμος ήταν «τυχερός» στην ατυχία του γιατί δεν έζησε για να δει τον 25χρονο γιό του –και θετό γιό της Λουίζ- να υποφέρει και να πεθαίνει από πυρετό μετά από ένα τσακωμό που είχε με την θετή του μάνα για κάτι περιουσιακά, τρέχα γύρευε δηλαδή. Και εκεί που η Λουίζ θρηνούσε τον θάνατο και του θετού της γιού έρχεται το 1910 ο θάνατος του γιού της, από τον πρώτο της γάμο, του Frank Brindkamp. Ο Frank πριν ξεψυχήσει πρόλαβε να πει στην αρραβωνιαστικιά του ότι «φεύγω με τον ίδιο τρόπο όπως ο πατέρας». Μιλάμε για πολύ θανατικό.

Η καημένη η Λουίζ έμεινε και πάλι μόνη της νοικιάζοντας πλέον δωμάτια του σπιτιού της σε οικότροφους όπως στον πυροσβέστη Jason Ruppert ο οποίος δεν πρόλαβε να απολαύσει τις φροντίδες της νοικοκυράς διότι αρρώστησε και πέθανε μέσα σε δύο μέρες τον Ιανουάριο του 1910. Δωμάτια υπήρχαν πάντως. Τον Μάρτιο του 1911 θα έμενε στο σπίτι ένας νέος νοικάρης ο σιδηροδρομικός υπάλληλος Richard Smith ο οποίος αφού εισέπραξε μια οξεία επίσης γαστρίτιδα θα μας άφηνε χρόνους και ένα αυτοκίνητο.

Λίγους μήνες αργότερα από το οικοτροφείο της Λουίζ πέρασε και ένας ένστολος νέος, ο  αστυνομικός Arthur Bisonette. Όταν η αρραβωνιαστικιά και ο πατέρας του Arthur πληροφορήθηκαν ότι ο άνθρωπος τους είχε αποδημήσει με το καλημέρα σας από την κα Λουίζ τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν μια νέα τροπή. Οι αστυνομικοί παίρνοντας κατάθεση από τον πατέρα του δολοφονηθέντος συναδέλφου τους πήραν μια ενδιαφέρουσα πληροφορία: ο ίδιος o πατέρας του στο παρελθόν είχε βιώσει κάτι καψίματα στην κοιλιά ύστερα από ένα τραπέζι που του έκανε η σπιτονοικοκυρά του γιού του. Αυτό ήταν, το Σώμα μπήκε σε υποψία. Η αυτοψία στον Arthur έδειξε ότι ο γέρος του μάλλον δεν τα χε χαμένα καθότι το συκώτι του γιού του είχε μια πρασινωπή απόχρωση, ένδειξη ότι στο θύμα είχε χορηγηθεί αρσενικό. «Κα Λουίζ από δω και στο εξής είστε υπό κατ’οίκον περιορισμό». Η κατηγορούμενη θα ξεσπούσε σε κλάματα και θα χτυπιόταν ότι ήταν αθώα αλλά λίγο αργότερα θα ήταν πολύ ψύχραιμη. Η αστυνομία ήταν κάπως μπερδεμένη..

Το ζήτημα λοιπόν ήταν να δουν αν ο θάνατοι που ακολουθούσαν την ζωή της Λουίζας ήταν συμπτωματικοί ή συνδέονταν μεταξύ τους. «Ας ψάξουν όσο θέλουν» τους έλεγε, «γιατί δεν έχω τίποτα να φοβηθώ. Απλά ήμουν άτυχη που πέθαιναν οι άνθρωποί μου». Οι πολισμάνοι έπρεπε να βρουν κίνητρο. Σε μερικούς θανάτους πράγματι η κα Λουίζ είχε ισχυρό κίνητρο καθότι ο πρώτος συζυγικός θάνατος της απέφερε 5.000 δολάρια από την ασφάλεια, ο δεύτερος της άφησε 1.000 σε μετρητά και αυτός του γιού της γύρω στα 1.200 δολαριάκια. Δηλαδή η μανταμίτσα είχε γίνει μέσα σε λίγα χρόνια πλούσια, για την εποχή της, αλλά το ζήτημα ήταν για ποιο λόγο να ξεκλήρισε τα χαϊβάνια της. Ένας εργολάβος κηδειών από το Barrington, έλεγε για την κατηγορούμενη ότι «δεν έχω ξαναδεί γυναίκα να θέλει τόσο πολύ να εργάζεται με πτώματα γύρω της. Έδειχνε να το απολαμβάνει. Ποτέ μου δεν την προσέλαβα αλλά τριγύριζε λέγοντας παντού ότι εργαζόταν σε μένα. Σε κάθε θάνατο που άκουγε ερχόταν αμέσως στο σπίτι και στεκόταν πίσω μου για να φροντίσει το πτώμα. Και όχι μόνο αυτό αλλά η γυναίκα έδειχνε να ενθουσιάζεται στην σκέψη ενός μελλοντικού θανάτου». Μόνο μια νεκροφιλική ατυχήσασα χήρα θα μπορούσε να απολαμβάνει ότι ήταν… ατυχήσασα. Η Λουίζα λοιπόν θα χρησιμοποιούσε όλα τα όπλα της για να γοητεύσει τους άνδρες και να τους στέλνει στον άλλο κόσμο για να τους περιποιηθεί το άψυχο κορμί τους. Τώρα εδώ που τα λέμε δεν ήταν και καμία καλλονή ούτε και κανένα κοριτσάκι αλλά είχε τα ψηλά της ζυγωματικά -που σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη στο Πρίνστον εμπνέουν εμπιστοσύνη-  η φωνή της είχε μια περίτεχνη χροιά ενώ οι κλεφτές ματιές την κάνανε τους άνδρες να αισθάνονται άβολα σκύβοντας το κεφάλι. Η άτιμη έδειχνε μεγάλη φροντίδα για τους άνδρες που έμεναν στο σπίτι της ενώ και η μητρική στοργή που έδειχνε του γιού της στα παιδικά του χρόνια δεν προμήνυε τίποτα από αυτό που θα του έκανε όταν θα γινόταν άνδρας. Ρίχνοντας λίγο πιπεράκι αναμεμειγμένο με δηλητήριο στο γεύμα ήταν αρκετό για να δώσει έναν αργό και μαρτυρικό θάνατο σε όποιον δειπνούσε μαζί της.

Τέλος πάντων τα πράγματα δεν παίρνανε καλή τροπή για την Λουίζ και από τα τέλη Οκτωβρίου του 1911 η ρουφιάνα κάτω από την μύτη των αστυνομικών έριχνε από λίγο σπέσιαλ πιπέρι στο φαγητό της ώσπου στις 4 Νοεμβρίου στις αρχές Νοεμβρίου οι μπάτσοι την πήγανε άρον άρον στο νοσοκομείο όπου και θα την φρουρούσαν με μεγάλη ευλάβεια και φόβο. Διότι τελικά γλίτωσε τον θάνατο αλλά όχι και την μόνιμη παράλυση του κορμιού της. Η προσωπικότητα της Λουίζ είχε μπερδέψει ακόμα και τους ένορκους οι οποίοι δεν μπορούσαν να καταλήξουν αν αυτή η γυναίκα ήταν θύμα συμπαιγνίας, συμπτώσεων ή αν ήταν πράγματι κατά συρροή δολοφόνος.

Το αρσενικό που πότισε τα σπλάχνα της τους έβγαλε από τον κόπο…

Ποιος Στρατηγός ξέχασε ποιος ήταν ο εχθρός; του Βαγγέλη Γεωργίου

Σε ένα δωμάτιο κάπου στην Κομπιένη ήταν συγκεντρωμένοι οι ισχυρότεροι άνδρες της Γαλλίας, ίσως και της Δύσης, εκείνη την εποχή. Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός με τον υπουργό του επί των στρατιωτικών και έξι στρατηγοί κάθονται πάνω από ένα χάρτη και ακούν το σχέδιο του στρατηγού Νιβέλ, τον άνθρωπο που είχε υπό τις διαταγές του 3 εκατομμύρια στρατιώτες έτοιμους για την μεγάλη επίθεση.

Στα τέλη του 1916 ο Νιβέλ ανέλαβε την αρχηγία όλων των στρατιών των Γάλλων και Βρετανών στο Δυτικό μέτωπο σε μια εποχή που οι Γάλλοι είχαν κουραστεί από τα ποντίκια και την στασιμότητα των χαρακωμάτων. Ο Νιβέλ πάντα φώναζε για αστραπιαίες επιθέσεις και εξόντωση του εχθρού και τώρα ήταν η μεγάλη του ευκαιρία να πείσει πολιτικούς ιθύνοντες και συναδέλφους για την ορθότητα των σκέψεών του. Στο δωμάτιο επικράτησε από μουγκαμάρα μέχρι και δυσπιστία για τα σχέδια του Νιβέλ. Τον τελευταίο λόγο όμως είχε ο πρώτος άνδρας του γαλλικού Έθνους, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας: «Στρατηγέ η επίθεση θα γίνει, έχετε την στήριξή μας».

Και όντως έγινε. Από το πρωί της 9ης Απριλίου του 1917 τα γαλλικά πυροβόλα άρχισαν να κονιορτοποιούν ανθρώπους, χώμα και συρματοπλέγματα στα γερμανικά χαρακώματα. Όταν νόμισαν ότι κάναν τη δουλειά τους σταμάτησαν, άρχισε 1,2 εκατομμύρια στρατιώτες να χύνονται προς τις γερμανικές θέσεις. Η επίθεση κράτησε σχεδόν μήνα και το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό: 187,000 απώλειες! Αντί να κάνουν τους Γερμανούς να τρέχουν και να φέρουν τον πόλεμο πιο κοντά στο τέλος του, οι Γάλλοι ανώτατοι αξιωματικοί, μετέτρεψαν την επίθεση σε μηχανή του κιμά για τόσους Γάλλους. Μετά την τελευταία αυτή κακοσχεδιασμένη επίθεση ο 1 στους 20 άρρενες Γάλλους θα έχανε την ζωή του στον πόλεμο.

Ένα τάγμα έχασε τους 400 από τους 600 άνδρες και παρόλα αυτά το διέταξαν να συνεχίσει να μάχεται. Παράνοια. Οι Γάλλοι στρατιώτες άρχισαν να αντιδρούν. «Κάτω ο πόλεμος, δεν κάνουμε βήμα». Η αλήθεια είναι ότι δεν ξεσηκώνονταν τόσο ενάντια στους αξιωματικούς τους απλά οι άνθρωποι είχαν τρομοκρατηθεί από τις άσκοπες αιματηρές επιθέσεις. Τότε άρχισαν να γίνονται οι πρώτες συλλήψεις υποτίθεται στασιαστών οι οποίες όμως δεν στηρίζονταν σε καμία κατηγορία. Τσιμπούσαν από το τσούρμο στρατιώτες στην τύχη, μερικές φορές επειδή απλά δεν άρεσε η φάτσα τους στέλνοντάς τους στα επιτόπια στρατοδικεία.

Ο συνήγορος των πρώτων αυτών «ενόχων» δεν είχε καν χρόνο να φτιάξει μια αξιοπρεπή υπερασπιστική γραμμή για τους «πελάτες» του ενώ δεν γνώριζε καν τα ονόματά τους. Έτσι όπως ήταν απηυδισμένος και αηδιασμένος από την δικαστική προχειρότητα παρακάλεσε τους δικαστές για επιείκεια. Η απάντηση του προέδρου του δικαστηρίου θα δικαιολογούσε ακόμα και τον πιο ηλίθιο δικηγόρο να αποτύχει να σώσει τους πελάτες του: «Στο σημείο που φτάσαμε, δέκα και είκοσι άνδρες περισσότεροι ή λιγότεροι δεν λογαριάζονται πια». Σε εκείνο το στρατοδικείο, ενδεικτικά, πέντε κατηγορούμενοι στήθηκαν στον τοίχο και εφτά στάλθηκαν σε καταναγκαστικά έργα. Η Κυβέρνηση είχε εγχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα απονομής χάριτος μόνο στον στρατάρχη μειώνοντας τραγικά τις πιθανότητες να σωθούν οι δύστυχοι φαντάροι. Σε μια άλλη μονάδα ένας στρατηγός διέταξε τους διοικητές τεσσάρων λόχων να υποδείξουν ο καθένας πέντε άνδρες των μονάδων του για υποδειγματική τιμωρία ανεξαρτήτως αν έφταιγαν λιγότερο ή περισσότερο.

Ο Νιβέλ, είχε ήδη αντικατασταθεί από τον Στρατάρχη Πεταίν που ήταν και ο υπεύθυνος αυτών των μαζικών εκτελέσεων Γάλλων στρατιωτών. Τελικά αυτό το νέο ένστολο κελεπούρι κατάφερε να επιβάλλει την πειθαρχία στον στρατό εκτελώντας για παραδειγματισμό μερικούς άγνωστους φαντάρους. Ας μην κουραζόμαστε με στατιστικές.

Μια ιδέα θα ήταν ίσως να κοιτάξει κανείς τα ονόματα εκείνων των «μεγάλων» και ένδοξων εγκεφάλων που βρίσκονταν σε εκείνο το δωμάτιο στην Κομπιένη και δείχνανε με το δάχτυλο το σημείο εκείνο του χάρτη που θα στέλνανε τόσα αθώα παιδιά να γίνουν ένα με το χώμα. Κακή επίθεση, άθλια απονομή δικαιοσύνης.

Η ελληνική ιστορία για τους «Μένουμε Ευρώπη», του Βαγγέλη Γεωργίου