First Man, του Πάνου Λιάκου

Δύο χρόνια μετά το La La Land, ο σκηνοθέτης Ντάμιεν Σαζέλ επιστρέφει έχοντας και πάλι στο πλευρό του το Ράιαν Γκόσλινγκ που αναλαμβάνει να δώσει σάρκα και οστά στον πρώτο άνθρωπο που πάτησε στη σελήνη το 1969, το Νιλ Άρμστρονγκ. Είμαστε μπροστά σε ένα σινεμά ολκής, ένα έργο που μας κατακλύζει από εικόνες και ήχους αλλά στον πυρήνα του, αυτό που εν τέλει μένει σαν γεύση στο θεατή είναι η τρυφερότητα και η ανθρωπιά που προσεγγίζει τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και το οικογενειακό του περιβάλλον.

first man flust
Και για να μιλάμε πιο συγκεκριμένα και κινηματογραφικά, όλα ξεκινούν από το χαρτί του σεναριογράφου Τζος Σίνγκερ που ανέλαβε να μετατρέψει σε κινηματογραφικές εικόνες τη βιογραφία του Τζέιμς Ρ. Χάνσεν για τον Άρμστρονγκ. Το μπάσιμο είναι κατατοπιστικότατο, μας προετοιμάζει ότι το έργο αυτό θα παίξει κυρίως με τον ήχο και το μοντάζ , ενώ σε λίγα μόλις λεπτά έχουμε γνωριστεί με τον κεντρικό χαρακτήρα και τη σύζυγό του. Το φιλμ πιάνει το νήμα από το 1962, μια πραγματικά άτυχη χρονιά για τον Άρμστρονγκ καθώς έχασε τη μικρή του κόρη από καρκίνο- κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς αντιλαμβανόμαστε και από τον τρόπο που αναπτύσσεται ο κινηματογραφικός χαρακτήρας. Φαίνεται ότι η ιδιοσυγκρασία του Ράιαν Γκόσλινγκ ταίριαξε με το λιγομίλητο, συνεσταλμένο και άλλο τόσο προσηλωμένο αστροναύτη. Η ερμηνεία του είναι χαμηλών τόνων, χωρίς εξάρσεις, με τα μάτια του να δείχνουν περισσότερο τα αισθήματα και την εσωτερική αναστάτωση του ήρωα του (με κορυφαίες τις σκηνές όπου κρύβεται για να βγάλει τα αναφιλητά του για τη νεκρή του κόρη, τον αποχαιρετισμό με τα παιδιά πριν την αναχώρηση όπου και σαν γράψιμο και σαν διαχείριση μοντάζ αιχμαλωτίζεται τόσο ρεαλιστικά αυτή η σιωπή στην ατμόσφαιρα πριν από δύσκολους αποχαιρετισμούς και σίγουρα η τελευταία σκηνή με την Κλερ Φόι).

Η Κλερ Φόι δεν υποδύεται άλλη από τη Τζάνετ Άρμστρονγκ. Είναι ένας χαρακτήρας όπου από τη φύση του δουλεύεται στο σενάριο ως υποστηρικτικός γυναικείος ρόλος αλλά δεν έχει διόλου λιγότερο ενδιαφέρον από τον ίδιο τον Άρμστρονγκ. Οι γυναίκες των αστροναυτών μια ζωή ζουν με το μεγάλο άγχος του τι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή «εκεί πάνω». Είναι μια επίσης λιτή ερμηνεία, χωρίς υπογραμμίσεις αλλά οπωσδήποτε με κάποιες κορυφώσεις που σίγουρα- όπως και εκείνη του Γκόσλινγκ- θα εξεταστεί με προσοχή από τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου πριν από τις υποψηφιότητες για τα Όσκαρ του 2019.

Εκείνοι οι τομείς της ταινίας που οι επαγγελματίες του σινεμά ξεχώρισαν ήδη από την εμφάνιση των πρώτων κλιπ δεν είναι άλλοι από τον ήχο, τα οπτικά εφέ, τη φωτογραφία, τη μουσική και το μοντάζ του First Man. Από τη μία έχεις ένα νέο σκηνοθέτη (το νεότερο που βραβεύτηκε ποτέ με το Όσκαρ σκηνοθεσίας) που κεντάει, που δείχνει γνώση πάνω στο είδος αλλά που έχει και μόνιμους συνεργάτες να τον υποστηρίζουν κι αυτοί δυνατά με την τέχνη τους ο καθένας. Είναι στη μουσική ο Justin Hurwitz που διέπρεψε στο La La Land, που έχει πλέον κάποια αναγνωρίσιμα μοτίβα στις μουσικές του και φυσικά αποδεικνύεται πέρα για πέρα ικανός να γράψει τόσο τρυφερές μελωδίες (ζευγαριού, οικογενειακού περιβάλλοντος) όσο αγωνίας/ δέους όταν βρισκόμαστε πλέον στη μεγάλη σεκάνς προς/ στο φεγγάρι. Αχ, ναι! Αυτή επιβάλλεται να τη δείτε σε μεγάλη οθόνη. Καθώς δούλεψε άριστα μαζί τους και σε προηγούμενες ταινίες του, ο Σαζέλ κρατάει δίπλα του το φωτογράφο Linus Sandgren και το μοντέρ Tom Cross. Ο πρώτος κάνει θαύματα φωτίζοντας στις αποχρώσεις του φεγγαριού και ετοιμάζεται για ακόμη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ ενώ ο δεύτερος (και οι βοηθοί του) θα πρέπει να δούλεψαν πραγματικά κοπιαστικά για να βάλουν στη σειρά τόσους πολλούς χώρους και πρόσωπα. Εκεί όμως που υποκλινόμαστε είναι στη δουλειά που έχει γίνει στον ήχο. Πώς αιχμαλωτίζει ανάσες, καρδιοχτύπια, παύσεις, πυραυλικούς ήχους και εν τέλει την απόλυτη σιωπή του διαστήματος.

Και κάπου εδώ ας θυμίσουμε ότι όλα ξεκινούν από το λόγο, από το σεναριογράφο Τζος Σίνγκερ (βραβευμένος με Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου) που φαίνεται να έχει πραγματικά γνώσεις περί του πώς γίνεται ο κινηματογράφος- ειδικά στο τελευταίο μέρος βοηθά το σκηνοθέτη σημαντικά το γράψιμό του- και πώς στήνεται μια ιστορία έχοντας στο επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο και τα αισθήματά του. Ο Σίνγκερ αυτό που ήθελε πρωτίστως να κάνει ήταν να αποφύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς. Τρανή απόδειξη το φινάλε που κλείνει με ανθρώπινη επαφή βλεμμάτων και όχι με εικόνες από τα πραγματικά γεγονότα όπως είναι πολύ της μόδας τελευταία στο αμερικανικό σινεμά και ελπίζουμε το First Man να βοηθήσει προς την κατεύθυνση του να μην υπάρχουν τέτοιες εικόνες πια στα φινάλε να καταστρέφουν τη μαγεία της μυθοπλασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αιχμαλωτίζει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (μετά Κένεντι εποχή) ή δεν χρησιμοποιεί εν τω μέσω της αφήγησης πρωτότυπο υλικό από τις διαμαρτυρίες για τον πόλεμο του Βιετνάμ ή από τις αντιδράσεις εκείνων που ήταν σκεφτικοί απέναντι στις αποστολές στη σελήνη. Κι όλα ετούτα δίχως κορόνες καθώς η συγκεκριμένη είναι μια στιγμή που κατά τους συντελεστές αυτής της ταινίας δεν ανήκει μόνο στην Αμερική. Η στιγμή αυτή ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα που πάντα πήγαινε μπροστά με τη δίψα της για περισσότερη γνώση.

Published by

Πάνος Λιάκος

Γεννήθηκε την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα του 1995. Από μικρό παιδί χωμένος μέσα στα λογοτεχνικά βιβλία και τον κινηματογράφο (εξ’ου και μύωψ). Στα τέλη του δημοτικού, αποφάσισε να καταφύγει μoνίμως στο μαγικό κόσμο των εικόνων. Οι πρώτες ταινίες που βλέπει και μαγεύεται είναι ο ‘’Λαβύρινθος του Πάνα’’, το ‘’Sweeney Todd’’ του Τιμ Μπάρτον (αν και δεν τα πάει καλά με τα μιούζικαλ αυτό το λάτρεψε) και το ‘’8 ½’’ του Φεντερίκο Φελίνι. Σπουδάζει Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου αλλά στην πραγματικότητα τον περισσότερο χρόνο του τον αφιερώνει για να μελετά μόνος του φιλμογραφίες σκηνοθετών, κινηματογραφικά κινήματα και τώρα τελευταία να παρακολουθεί και δημοσιογραφικές προβολές καινούριων ταινιών
Prev The house that Jack built, του Πάνου Λιάκου
Next Cold War, του Πάνου Λιάκου

Leave a comment

Για προστασία της εργασίας μας, έχουμε απενεργοποιήση το δεξί κλικ! Αν επιθυμείτε να μοιραστείτε το περιεχόμενό μας, χρησιμοποιείστε τα κουμπιά κοινοποίησης.