Bohemian Rhapsody, του Πάνου Λιάκου

Αυτή η κινηματογραφική σεζόν έχει πολλή μουσική. Αυτή τη φορά μας απασχολεί η πολυαναμενόμενη βιογραφική ταινία Bohemian Rhapsody. Οι φανατικοί των Queen και του Φρέντι Μέρκιουρι θα σπεύσουν. Όμως, σε γενικές γραμμές, είναι από εκείνα τα έργα που ενώ θα μπορούσαν να δώσουν κάτι μεγάλο κινούνται στη φάση «σπουδαίο δεν είναι, αλλά δεν πάει και ο χρόνος σου χαμένος».

Στο τιμόνι της σκηνοθεσίας βρίσκεται ο ικανός Μπράιαν Σίνγκερ ενώ το σενάριο υπογράφουν οι υποψήφιοι για Όσκαρ Άντονι ΜακΚάρτεν (Η θεωρία των πάντων) και Πίτερ Μόργκαν (Frost/Nixon, The Queen). Και καθώς τα πάντα-καλά ή άσχημα- ξεκινούν από το γράψιμο, το ίδιο συμβαίνει και εδώ όπου το σενάριο σε καμία των περιπτώσεων δεν θα το χαρακτήριζες κορυφαίο. Θα πρέπει μάλλον να πιστέψουμε εκείνα που ακούγονται περί ρόλου-κλειδιού των εναπομεινάντων μελών του συγκροτήματος ως προς το πώς ακριβώς θα παρουσιαστεί η ιστορία τους στη μεγάλη οθόνη. Ήταν, επίσης, εκείνοι που ανησυχούσαν για το εάν θα έπαιρνε το ρόλο του Μέρκιουρι ο Σάσα Μπάρον Κοέν. Φοβήθηκαν ότι ο ηθοποιός θα ήθελε να εστιάσει στην σεξουαλική ζωή και τις κραιπάλες (εδώ μπορείς να τους δώσεις ένα πόιντ, γιατί όταν έχεις να κάνεις με τέτοια είδωλα πρέπει κυρίως να μιλήσεις για εκείνο που τα έκανε να μας καταλαβαίνουν, για εκείνο που έφεραν εντός τους και το πρόσφεραν στον κόσμο και που τους κάνει να εμπνέουν μέχρι σήμερα). Ίσως η θητεία του Κοέν στη σάτιρα να τόνιζε ακόμα περισσότερο το εξτράβαγκανς της προσωπικότητας του Μέρκιουρι, από την άλλη όμως έχει δείξει σε ταινίες όπως το Hugo του Σκορσέζε ότι μπορεί να κινηθεί και σε πιο συγκρατημένους- δίχως υπογραμμίσεις- ερμηνευτικούς δρόμους.

Ας μη φλυαρήσουμε περαιτέρω. Ας κρίνουμε εκείνο το οποίο είδαμε στην οθόνη μας. Αφήγηση στρωτή, λεπτομέρειες από τις σχέσεις που είχαν οι Queen κατά τη διάρκεια των θρυλικών ηχογραφήσεων αλλά με τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από τον τραγουδιστή τους, το Φρέντι Μέρκιουρι. Ουσιαστικά η ταινία έχει να κάνει με εκείνον. Με τα πρώτα του ξεκινήματα, τις σχέσεις με τους παραδοσιακούς Ζωροάστρες γονείς του, την πάλη εντός του σχετικά με την αναζήτηση της σεξουαλικότητας του αλλά και με τους δαίμονές του, τη διάθεσή του, τέλος, να δώσει αυτό το σόου μπροστά στον κόσμο. Ίσως εκεί να βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα αυτού του σεναρίου. Το ότι είναι αβανταδόρικο μονάχα για τον πρωταγωνιστή του- οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ρόλους δεν διαθέτουν κορυφώσεις και πραγματικά μεγάλες σκηνές οπότε ως έργο στο τέλος αισθάνεσαι ότι κάτι του λείπει… Παρόλα αυτά η συναισθηματική φόρτιση είναι παρούσα, ιδιαιτέρως σε σκηνές όπως της αποκάλυψης εκ μέρους του Μέρκιουρι στη σύζυγό του Μαίρη- με την οποία αν και χώρισαν, διατήρησαν όμως εσαεί φιλική σχέση- ότι είναι αμφιφυλόφιλος αλλά και στην τελική τους σκηνή όπου εκείνη πάει και τον βρίσκει στο Μόναχο. Ειδικά σε αυτή τη δεύτερη όπου λαμβάνει χώρα μέσα στη βροχή… θυμόμαστε εκείνο το «μια βροχή για ατμόσφαιρα» που έλεγε ο Νίκος Νικολαΐδης.

Δεν χρειάζεται μετά από τα παραπάνω και πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι ερμηνευτικά στην ταινία ξεχωρίζει ο Ράμι Μάλεκ. Με τη βοήθεια της ενδυματολογίας και του μακιγιάζ πετυχαίνει μια άψογη- σχεδόν τρομακτική- μεταμόρφωση ενώ επίτευγμα του ηθοποιού είναι που καταφέρνει να πάλλεται από εκείνη την ενέργεια που διέθετε κι ο Μέρκιουρι. Και πώς τοποθετεί τη φωνή του! Πώς αρθρώνει τις τρυφερές προσφωνήσεις, τα σκληρά λόγια στους επίδοξους «περιβαλλοντολόγους» αλλά και τις χιουμοριστικές ατάκες! Οι σεναριογράφοι έχουν σκεφτεί πολλές σκηνές όπου βοηθούν την κάμερα του Σίνγκερ να είναι σε συνεχή κίνηση (βλέπε σεκάνς περιοδείας) με αποκορύφωμα την τελική σκηνή του λάιβ της μπάντας στο Live Aid του 1985. Εκεί-ναι- έχουμε μια τέλεια αναπαράσταση του ιστορικού λάιβ με τις κινήσεις της κάμερας, τον ήχο, το μοντάζ (ο μοντέρ Τζον Ότμαν είναι επίσης και μουσικός οπότε γνωρίζει δύο φορές καλά από τέμπο που ούτως ή άλλως πρέπει να έχει ένα μοντάζ) και την ενέργεια του ηθοποιού να συντονίζονται , να γίνονται ένα.

Cold War, του Πάνου Λιάκου

Από τις μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς. Και όχι μόνο. Από εκείνα τα έργα που χαίρεσαι που είσαι ζωντανός- νιώθεις σχεδόν ευλογημένος- και τα παρακολουθείς σε μεγάλη οθόνη, που τα σκέφτεσαι για μέρες μετά την έξοδο από την προβολή, που κάνουν την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο.

Μια ιστορία καταραμένου έρωτα από την Πολωνία και ένα σενάριο του Πάβελ Παβλικόφσκι που από εδώ και στο εξής θα πρέπει μάλλον να διδάσκεται στις σχολές- περί του πώς μπορούμε να γράψουμε κάτι πλήρες με απλότητα και αφηγηματική οικονομία. Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος είναι η επίσημη πρόταση της Πολωνίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2019, αναμένουμε να δούμε εάν θα τον δούμε στην αντίστοιχη πεντάδα και εάν σε δεύτερο επίπεδο αναγνωριστεί αυτή η μανιμαλιστική του γραφή με υποψηφιότητα στην κατηγορία του σεναρίου.

Πρόκειται για μία από εκείνες τις ιστορίες όπου θα μπορούσαν κάλλιστα να δώσουν μέχρι και μια ταινία επικής διάρκειας, σαν το Όσα παίρνει ο άνεμος, το Δόκτορα Ζιβάγγο και τους Κόκκινους. Καλούμαστε, όμως, να αναλύσουμε το συγκεκριμένο πολωνικό έργο, οπότε ας μείνουμε μακριά από υποθέσεις. Ο Πάβελ Παβλικόφσκι έχει επιλέξει συνειδητά να ξεκινήσει την ταινία του με ένα παραδοσιακό πολυφωνικό τραγούδι- πέρα για πέρα νταλγκαδιάρικο. Τέτοια θα είναι και η ιστορία που θα παρακολουθήσουμε για την επόμενη μιάμιση (σχεδόν) ώρα. Η δε μουσική και ιδιαιτέρως η παραδοσιακή παίζει κεντρικό ρόλο αφού το ρομάντζο θα ξεκινήσει μέσα από ένα θίασο καλλιτεχνών στην Πολωνία του 1949. Και καθώς είναι περισσότερο μια ταινία των εικόνων, το τι παρελαύνει μπροστά από τα μάτια μας στο πρώτο μέρος της ταινίας, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λόγια. Με τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία αλλά και τη φωτογραφία- στην οποία έχουν παράδοση οι πολωνοί- του Λούκας Ζαλ (υποψήφιος για Όσκαρ για τη δουλειά του στην Ida- όχι άδικα- αχ το ασπρόμαυρό του!) να κάνουν θαύματα και να μας εισάγουν μέσα στα μπουλούκια της εποχής, στους χορούς και στα τραγούδια τους. Γνωριζόμαστε αρχικά με το μαέστρο, Βίκτωρ, όπου είναι σε αναζήτηση νέων λαϊκών ταλέντων για τη συνέχεια της περιοδείας. Ανάμεσα στα πολλά απλά κορίτσια, εκείνος θα ξεχωρίσει από την πρώτη στιγμή τη Ζούλα.

Ο σκηνοθέτης έχει μεν γράψει μαζί με τους συνεργάτες του ένα αψεγάδιαστο σενάριο- όπου πραγματικά η κάθε σκηνή προωθεί την ιστορία ένα βήμα παραπέρα- αλλά ταυτοχρόνως έχει και δυο ηθοποιούς στους κεντρικούς ρόλους όπου κολλάνε μεταξύ τους, δημιουργώντας αυτό το καταπληκτικό ρομαντικό ζευγάρι. Είναι ο Τόμας Κοτ και η Γιοάνα Κούλιγκ. Τα πάντα παίζονται στο βλέμμα. Γι’ αυτό και ο Παβλικόφσκι επιλέγει στο πρώτο μέρος του φιλμ να εστιάζει σε εκείνο του Βίκτορα- ήδη από τη σκηνή της οντισιόν, σε εκείνες όπου διευθύνει μοιάζοντας να κοιτάει συνεπαρμένος το πλήθος των καλλιτεχνών ενώ τα μάτια του ένα πρόσωπο αναζητούν και τέλος σε εκείνο μετά τη μεγάλη παράσταση όπου και η (σύντομη) πρώτη ερωτική σκηνή τους. Το δε κορίτσι είναι ένα τυπικό δείγμα της ομορφιάς των γυναικών του πρώην ανατολικού μπλοκ- μπορούμε δηλαδή να καταλάβουμε γιατί ο άλλος σχεδόν τρελαίνεται. Έχει υπέροχη φωνή- τόσο στην παραδοσιακή εκτέλεση ενός τραγουδιού όσο και σε διασκευή του που θα ακουστεί στο δεύτερο μέρος-, εκπέμπει αισθησιασμό ενώ ενδυματολογικά θα περάσει από το επαρχιώτικο ντύσιμο, στις παραδοσιακές ενδυμασίες του θιάσου και τέλος στα φορέματα των σκηνών στο Παρίσι αλλά και της μουσικής σκηνής πίσω ξανά στη Πολωνία.

Ω, ναι. Αυτός ο έρωτας θα περάσει από πολλούς σταθμούς και από σαράντα κύματα. Δεν είναι μονάχα η πλανόδια ζωή του καλλιτέχνη αλλά και το ψυχροπολεμικό πολιτικό σκηνικό. Βρίσκονται, χάνονται και όταν ξαναβρίσκονται μπαίνουν στη μέση μέχρι και οι προσωπικές ανασφάλειες. Στο Παρίσι, λοιπόν. Εκείνος όλα αυτά τα χρόνια μόνο Εκείνη περίμενε, καμία άλλη δεν μπόρεσε να αγαπήσει πραγματικά- το έχει γράψει στο πρόσωπό του όλο αυτό ο θαυμάσιος ηθοποιός. Είναι οι σκηνές στο Παρίσι όπου κάνουν μεγάλη αντίθεση με αυτές στην Πολωνία: το Παρίσι είναι όντως η πόλη του φωτός, με τους διανοούμενους της και τα τζαζ κλαμπ. Εκεί μέσα, όμως, η Ζούλα αισθάνεται έξω από τα νερά της- μπορεί κανείς, άραγε, εκτός της γλώσσας του;-, φοβάται ότι δεν έχει τις ικανότητες του συντρόφου της, σαν να μην της αρέσει όλο αυτό το δούναι και λαβείν των χώρων της μουσικής, σιγοβράζει μέχρι που φτάνει σε σκηνή χορού ροκ εν ρολ- εκτόνωσης (ορίστε που επανέρχεται συνεχώς η λειτουργία της μουσικής στην ταινία, που λέγαμε, έχει κι εκείνος σκηνή εκτόνωσης με τζαζ αυτοσχεδιασμό στο πιάνο!). Κάπως έτσι φτάνουμε στο τελευταίο μέρος του φιλμ όπου αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά μέσα από το ρόλο του Βίκτωρα το ποιόν του αληθινού καλλιτέχνη: όταν αγαπήσει πραγματικά, δεν λογαριάζει από καριέρες, καλή ζωή και δόξες. Περνάει μέσα ακριβώς από την καρδιά της Κόλασης προκειμένου να διατηρήσει ζωντανό εκείνο που μετράει πιο πολύ στη ζωή: μια μεγάλη αγάπη.

Καθώς πηγαίνουμε καρφί για το φινάλε όπου ο κλοιός στενεύει (μέχρις αδιεξόδου) για το ζευγάρι, εμείς αναθεματίζουμε τους δύσκολους καιρούς και ο έρωτας τους τελικά ανυψώνεται με τέτοιο τρόπο που ποια καρδιά δεν θα ραΐσει;
(Σ. σ. Κι έτσι κι εμείς στη ζούλα αφιερώνουμε κάπου-κάπου έργα σαν αυτά στη δική μας ‘’Ζούλα’’… Αυτοδικαίως στη δική μου.-

First Man, του Πάνου Λιάκου

Δύο χρόνια μετά το La La Land, ο σκηνοθέτης Ντάμιεν Σαζέλ επιστρέφει έχοντας και πάλι στο πλευρό του το Ράιαν Γκόσλινγκ που αναλαμβάνει να δώσει σάρκα και οστά στον πρώτο άνθρωπο που πάτησε στη σελήνη το 1969, το Νιλ Άρμστρονγκ. Είμαστε μπροστά σε ένα σινεμά ολκής, ένα έργο που μας κατακλύζει από εικόνες και ήχους αλλά στον πυρήνα του, αυτό που εν τέλει μένει σαν γεύση στο θεατή είναι η τρυφερότητα και η ανθρωπιά που προσεγγίζει τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και το οικογενειακό του περιβάλλον.

first man flust
Και για να μιλάμε πιο συγκεκριμένα και κινηματογραφικά, όλα ξεκινούν από το χαρτί του σεναριογράφου Τζος Σίνγκερ που ανέλαβε να μετατρέψει σε κινηματογραφικές εικόνες τη βιογραφία του Τζέιμς Ρ. Χάνσεν για τον Άρμστρονγκ. Το μπάσιμο είναι κατατοπιστικότατο, μας προετοιμάζει ότι το έργο αυτό θα παίξει κυρίως με τον ήχο και το μοντάζ , ενώ σε λίγα μόλις λεπτά έχουμε γνωριστεί με τον κεντρικό χαρακτήρα και τη σύζυγό του. Το φιλμ πιάνει το νήμα από το 1962, μια πραγματικά άτυχη χρονιά για τον Άρμστρονγκ καθώς έχασε τη μικρή του κόρη από καρκίνο- κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς αντιλαμβανόμαστε και από τον τρόπο που αναπτύσσεται ο κινηματογραφικός χαρακτήρας. Φαίνεται ότι η ιδιοσυγκρασία του Ράιαν Γκόσλινγκ ταίριαξε με το λιγομίλητο, συνεσταλμένο και άλλο τόσο προσηλωμένο αστροναύτη. Η ερμηνεία του είναι χαμηλών τόνων, χωρίς εξάρσεις, με τα μάτια του να δείχνουν περισσότερο τα αισθήματα και την εσωτερική αναστάτωση του ήρωα του (με κορυφαίες τις σκηνές όπου κρύβεται για να βγάλει τα αναφιλητά του για τη νεκρή του κόρη, τον αποχαιρετισμό με τα παιδιά πριν την αναχώρηση όπου και σαν γράψιμο και σαν διαχείριση μοντάζ αιχμαλωτίζεται τόσο ρεαλιστικά αυτή η σιωπή στην ατμόσφαιρα πριν από δύσκολους αποχαιρετισμούς και σίγουρα η τελευταία σκηνή με την Κλερ Φόι).

Η Κλερ Φόι δεν υποδύεται άλλη από τη Τζάνετ Άρμστρονγκ. Είναι ένας χαρακτήρας όπου από τη φύση του δουλεύεται στο σενάριο ως υποστηρικτικός γυναικείος ρόλος αλλά δεν έχει διόλου λιγότερο ενδιαφέρον από τον ίδιο τον Άρμστρονγκ. Οι γυναίκες των αστροναυτών μια ζωή ζουν με το μεγάλο άγχος του τι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή «εκεί πάνω». Είναι μια επίσης λιτή ερμηνεία, χωρίς υπογραμμίσεις αλλά οπωσδήποτε με κάποιες κορυφώσεις που σίγουρα- όπως και εκείνη του Γκόσλινγκ- θα εξεταστεί με προσοχή από τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου πριν από τις υποψηφιότητες για τα Όσκαρ του 2019.

Εκείνοι οι τομείς της ταινίας που οι επαγγελματίες του σινεμά ξεχώρισαν ήδη από την εμφάνιση των πρώτων κλιπ δεν είναι άλλοι από τον ήχο, τα οπτικά εφέ, τη φωτογραφία, τη μουσική και το μοντάζ του First Man. Από τη μία έχεις ένα νέο σκηνοθέτη (το νεότερο που βραβεύτηκε ποτέ με το Όσκαρ σκηνοθεσίας) που κεντάει, που δείχνει γνώση πάνω στο είδος αλλά που έχει και μόνιμους συνεργάτες να τον υποστηρίζουν κι αυτοί δυνατά με την τέχνη τους ο καθένας. Είναι στη μουσική ο Justin Hurwitz που διέπρεψε στο La La Land, που έχει πλέον κάποια αναγνωρίσιμα μοτίβα στις μουσικές του και φυσικά αποδεικνύεται πέρα για πέρα ικανός να γράψει τόσο τρυφερές μελωδίες (ζευγαριού, οικογενειακού περιβάλλοντος) όσο αγωνίας/ δέους όταν βρισκόμαστε πλέον στη μεγάλη σεκάνς προς/ στο φεγγάρι. Αχ, ναι! Αυτή επιβάλλεται να τη δείτε σε μεγάλη οθόνη. Καθώς δούλεψε άριστα μαζί τους και σε προηγούμενες ταινίες του, ο Σαζέλ κρατάει δίπλα του το φωτογράφο Linus Sandgren και το μοντέρ Tom Cross. Ο πρώτος κάνει θαύματα φωτίζοντας στις αποχρώσεις του φεγγαριού και ετοιμάζεται για ακόμη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ ενώ ο δεύτερος (και οι βοηθοί του) θα πρέπει να δούλεψαν πραγματικά κοπιαστικά για να βάλουν στη σειρά τόσους πολλούς χώρους και πρόσωπα. Εκεί όμως που υποκλινόμαστε είναι στη δουλειά που έχει γίνει στον ήχο. Πώς αιχμαλωτίζει ανάσες, καρδιοχτύπια, παύσεις, πυραυλικούς ήχους και εν τέλει την απόλυτη σιωπή του διαστήματος.

Και κάπου εδώ ας θυμίσουμε ότι όλα ξεκινούν από το λόγο, από το σεναριογράφο Τζος Σίνγκερ (βραβευμένος με Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου) που φαίνεται να έχει πραγματικά γνώσεις περί του πώς γίνεται ο κινηματογράφος- ειδικά στο τελευταίο μέρος βοηθά το σκηνοθέτη σημαντικά το γράψιμό του- και πώς στήνεται μια ιστορία έχοντας στο επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο και τα αισθήματά του. Ο Σίνγκερ αυτό που ήθελε πρωτίστως να κάνει ήταν να αποφύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς. Τρανή απόδειξη το φινάλε που κλείνει με ανθρώπινη επαφή βλεμμάτων και όχι με εικόνες από τα πραγματικά γεγονότα όπως είναι πολύ της μόδας τελευταία στο αμερικανικό σινεμά και ελπίζουμε το First Man να βοηθήσει προς την κατεύθυνση του να μην υπάρχουν τέτοιες εικόνες πια στα φινάλε να καταστρέφουν τη μαγεία της μυθοπλασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αιχμαλωτίζει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (μετά Κένεντι εποχή) ή δεν χρησιμοποιεί εν τω μέσω της αφήγησης πρωτότυπο υλικό από τις διαμαρτυρίες για τον πόλεμο του Βιετνάμ ή από τις αντιδράσεις εκείνων που ήταν σκεφτικοί απέναντι στις αποστολές στη σελήνη. Κι όλα ετούτα δίχως κορόνες καθώς η συγκεκριμένη είναι μια στιγμή που κατά τους συντελεστές αυτής της ταινίας δεν ανήκει μόνο στην Αμερική. Η στιγμή αυτή ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα που πάντα πήγαινε μπροστά με τη δίψα της για περισσότερη γνώση.

The house that Jack built, του Πάνου Λιάκου

Εκείνο που οφείλουμε να κάνουμε πρώτα απ’ όλα ώστε να είμαστε ξεκάθαροι απέναντι στους υποψήφιους θεατές, είναι να συστήσουμε την όποια ταινία με το σωστό τρόπο.

The house that Jack built

 

Διότι μπορεί κάποιος να ακούσει ότι το The house that Jack built αφορά στα έργα και τις ημέρες ενός σίριαλ κίλλερ και να φανταστεί ότι έχουμε να κάνουμε με μια παραδοσιακή ταινία του είδους. Όλα αυτά για όποιον δεν είναι υποψιασμένος- γι’ αυτόν και οι συστάσεις-, διότι ο υποψιασμένος και μόνο που θα δει στη σκηνοθεσία το όνομα του Λαρς φον Τρίερ θα καταλάβει ότι θα δει την ταινία ενός auteur, ενός δημιουργού όπου πρωτίστως ενδιαφέρεται να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο (εξ’ άλλου και το Δόγμα ’95 απ’ όπου προέρχεται και του οποίου συνδημιουργός υπήρξε ο Τρίερ δεν δέχεται τις ταινίες είδους) και που εν προκειμένω σχετικά με την πορεία της ανθρωπότητας τα βλέπει όλα μαύρα και άραχλα.

Από εκεί και έπειτα προχωράμε στο ίδιο το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας Ματ Ντίλον εντελώς τρομακτικός- στο ρόλο ενός αμερικανού κατά συρροή δολοφόνου που πάσχει από ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και μεγαλομανία καθώς συστήνεται ως Κύριος Επιτήδευση και θεωρεί τους φόνους του ισάξιους με τα μεγάλα έργα τέχνης (θα παρελάσουν από τα μάτια μας- με τη φροντίδα του μοντάζ- από στιγμές της Αναγέννησης μέχρι τον Γκλεν Γκουλντ). Η ταινία ξεκινά με έναν διάλογο σε voice over όπου καταλαβαίνουμε ότι ο δολοφόνος μιλάει με πρόσωπο που αρχικά νομίζουμε ότι είναι κάποιος ανακριτής ή αστυνομικός. Μέχρι το φινάλε- και καθώς ο διάλογος- εξομολόγηση σε πέντε κεφάλαια θα συνεχίζονται- θα έχουμε πλέον καταλάβει ότι αυτός ο Verge δεν είναι άλλος από έναν μεγάλο ποιητή της ανθρωπότητας. Έναν ποιητή που αρθρώνει λόγο αντίθετο προς όλα εκείνα που λέει ή αισθάνεται ο πρωταγωνιστής, με διαφορετική ματιά πάνω στο Καλό και το Κακό. Βέβαια, μιας και βρισκόμαστε σε ταινία auteur, εκείνο που υπερισχύει εν τέλει είναι η φωνή του δημιουργού και η εσχατολογική του οπτική γωνία.

Μπορεί, λοιπόν, το έργο να μην είναι της κλασικής αφήγησης, να μη διαθέτει δευτεραγωνιστές ολοκληρωμένους που θα έκαναν πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι πράγματι σαν να μπαίνει κανείς στο μυαλό ενός παρανοϊκού παρακολουθώντας την. Εξάλλου ο Λαρς φον Τρίερ μελέτησε αρκετά για να φτιάξει αυτό το χαρακτήρα και μας τον παραδίδει μέσω μιας ψυχαναλυτικής αφήγησης που σε πολλά σημεία γίνεται αυστηρά προσωπική. Ας μη λησμονούμε το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης έχει χρειαστεί στο παρελθόν να νοσηλευτεί, πάσχει χρόνια από νευρώσεις και άρα σίγουρα έχει ακολουθήσει θεραπείες ψυχαναλυτικού τύπου- χώρια που και οι ίδιες οι ταινίες του αποτελούν μια μορφή εκτόνωσης για τον ίδιο.

Ναι, το λοιπόν, φαίνεται η μελέτη τέτοιων περιπτώσεων από την πλευρά του Τρίερ στο πώς μας παρουσιάζεται το κεντρικό πρόσωπο και ο Ματ Ντίλον- με τα κοντινά του οποίου λειτουργεί κυρίως η ταινία- βουτάει ολόκληρος μέσα σε αυτό το ταξίδι πότε βγάζοντας την ψυχραιμία ενός τέτοιου εγκεφάλου απέναντι στα εγκλήματά του και πότε τις εκρήξεις μικροβιοφοβίας του, ακόμα και το αργό και βασανιστικό «πλησίασμα» των θυμάτων του, σαν ένας βόας που μπορεί να περιμένει ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για να ξαφνιάσει το θύμα του και να το καταβροχθίσει.

Από τέτοια ξαφνιάσματα (και δη βίαια που θα δοκιμάσουν τα όρια των θεατών καθώς ο Τρίερ δεν λογαριάζει από αυτό που λέμε πολιτική ορθότητα) άλλο τίποτα αυτό το έργο που επιλέγει να μας παρουσιάσει ως πρώτο θύμα την Ούμα Θέρμαν ώστε να μας εξάψει την περιέργεια εξαρχής. Η εξυπνάδα, όμως, που επιδεικνύει ο Τρίερ δεν σταματά εδώ παρά συνεχίζει αν μελετήσει κανείς το σενάριο από γλωσσολογικής απόψεως και εστιάσει φερ’ ειπείν στο πρώτο όργανο που χρησιμοποιεί ο δολοφόνος για να σκοτώσει που είναι ένας γρύλος αυτοκινήτου και στα αγγλικά κάνει το λεκτικό παιχνίδι jack (γρύλλος)/ Jack (που είναι ο ήρωας) ή στα λογοπαίγνια με το όνομα Simple- το μαύρο χιούμορ δεν του λείπει του Τρίερ. Κι από εκεί και έπειτα έχουμε να επισημάνουμε σκηνές όπως εκείνες από την παιδική ηλικία του ήρωα- ποιητικής συλλήψεως- που συμπληρώνουν κάποια στοιχεία του πορτρέτου του (συμπληρώνουν αλλά δεν το ολοκληρώνουν καθώς από τη μια υπάρχουν αναφορές σε συμπλέγματα και εμμονές του αλλά από την άλλη δεν απαντούν σε αυτό επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες- όπως θα ήταν πιο σωστό για την περίπτωση – σχετικά με το παρελθόν του κι αυτά ας λογιστούν για σεναριακές ελλείψεις ) καθώς και το φινάλε με άρωμα Dante όπου πλέον έχουμε για τα καλά βουλιάξει μέσα στο πεσιμιστικό σύμπαν του δημιουργού με το χρώμα της λάβας προοδευτικά να κυριαρχεί.

A Star is born, του Πάνου Λιάκου

1937. 1954. 1976. 2018. Οι χρονολογίες- σταθμοί για την ερωτική ιστορία που φαίνεται να περνάει από γενιά σε γενιά. Κι ακόμα κι αν δεν θα έδινε κανείς στην ταινία του Μπράντλεϊ Κούπερ το χαρακτηρισμό του αριστουργήματος, παρόλα αυτά δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει ότι είναι τρυφερή, με γνώσεις πάνω στην προσέγγιση των αρχετύπων και φυσικά με τραγούδια (The Shallow- τραγούδι του ζευγαριού, I’ ll never love again) που έχουν κλείσει ήδη μια θέση στην οσκαρική πεντάδα.

a star is born

Όπως μπορεί να αντιληφθεί κάποιος ήδη από την εισαγωγική σκηνή του έργου, η αισθητική του βρίσκεται πιο κοντά σε εκείνη του φιλμ με πρωταγωνιστές τους Κρις Κριστόφερσον και Μπάρμπρα Στρέιζαντ. Διατηρεί, δηλαδή, αυτό το πλαίσιο της ροκ- κάντρι μουσικής. Υπάρχει άραγε καλύτερο πεδίο από αυτό της μουσικής προκειμένου να αναπτυχθεί ένα ρομάντζο, να ανθίσει ένας έρωτας; Και εκεί γίνεται η συνάντηση. Ένας αλκοολικός σταρ της κάντρι μουσικής ανακαλύπτει κάποιο βράδυ σε ένα drag show μια ταλαντούχα νέα ερμηνεύτρια, την Άλλι την οποία και αναλαμβάνει να αναδείξει αρχικά μέσα από τα δικά του σόου. Και φυσικά ερωτεύονται. Αλλά όπως όλες οι ερωτικές ιστορίες που γράφουν μέσα μας, έτσι κι αυτή είναι μια καταραμένη ερωτική ιστορία, με την πτώση να είναι βεβαία. Εκείνος, βλέπετε, είναι ένα αστέρι που μεθυσμένο πέφτει, πέφτει κι εκείνη πάνω στα ντουζένια της.

Ο Μπράντλεϊ Κούπερ καταφέρνει πέρα για πέρα να μπει μέσα στο πετσί του αλκοολικού σταρ, περιφερόμενος από σκηνή σε σκηνή με βραχνιασμένη από τις καταχρήσεις φωνή, αξύριστος και οξύθυμος. Ωστόσο, ο Κούπερ καταφέρνει να μας εντυπωσιάσει περισσότερο για τις σκηνοθετικές του ικανότητες. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι η πρώτη του φορά όπου περνάει και πίσω από τις κάμερες. Κι όμως φαίνεται η τόση μελέτη του πάνω στην ταινία του 1976 και ιδίως ως προς τον τρόπο που κινεί την κάμερα στους συναυλιακούς χώρους ώστε να πετύχει να μας μεταφέρει ένα ρεαλιστικό κλίμα όπως επίσης και στα κοντινά. Έχει ευτυχήσει και ως προς τους συνεργάτες στους υπόλοιπους τομείς του φιλμ του, αρχής γενομένης από τη φωτογραφία του Μάθιου Λιμπατίκ και τον τρόπο που φωτίζει τα πρόσωπα αλλά και τη γενικότερη ατμόσφαιρα που φτιάχνει είτε στις συναυλίες είτε σε μαγαζιά όπως εκείνο όπου γνωρίζονται οι ήρωες στην αρχή της ταινίας με το κόκκινο να κυριαρχεί. Δεν είναι απίθανο για την ταινία να έχει οσκαρικές υποψηφιότητες- πέρα από τα τραγούδια- και στις κατηγορίες της φωτογραφίας και του ήχου.

Κι ερχόμαστε στην κυρία της ταινίας που δεν είναι άλλη από τη Λέιντι Γκάγκα. Κι ο προκατειλημμένος θεατής- όπως όσοι παρακολουθούν για πρώτη φορά ψυχαναλυτικές συνεδρίες- έχει αντιστάσεις και αργεί να της παραδοθεί γιατί μέχρι τώρα την είχε κάπως διαφορετικά στο μυαλό του. Εδώ κάνει μια εμφάνιση δίχως την περσόνα της, βάζει στην άκρη τη σταρ και την περφόρμανς της αποφασίζοντας να δουλέψει πλέον πάνω σε εκείνο που λέμε υποκριτική. Το αποτέλεσμα είναι μια συμπαθής ερμηνεία στα πλαίσια αισθηματικού δράματος του οποίου η κορύφωση γίνεται πάνω στο ρόλο της. Με τραγούδι, παρακαλώ (να ξαναπούμε για τη φωνάρα της Λαίδης;). Όπου εκεί η ίδια η ιστορία έχει να μας πει για τη εκτόνωση μέσω του τραγουδιού (τραγουδάει κανείς καλύτερα όταν έχει βιώσει πόνο και έχει αυτό το ΑΧ! να βγάλει από μέσα του) και της επικοινωνίας αυτού.

The Old Man and the Gun, του Πάνου Λιάκου

Αυτό είναι το σινεμά το ψυχαγωγικό. Με πόση συγκίνηση παρακολουθείς θρύλους όπως το Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τη Σίσσυ Σπέισεκ παρά τα χρόνια που έχουν περάσει να γουστάρουν πραγματικά την τέχνη της υποκριτικής και ταινίες είδους σαν κι αυτή εδώ. Όπως δήλωσε στο πιο πρόσφατο φεστιβάλ του Τορόντο ο Ρέντφορντ, ήθελε η τελευταία του δουλειά πάνω στην υποκριτική (εάν δεχτούμε ότι όντως αποσύρεται) να είναι διασκεδαστική.

The Old Man and the Gun

Γιατί έχει πλάκα αυτό το αστυνομικό φιλμ; Διότι βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ενός ληστή τραπεζών που είχε καταφέρει να αποδράσει 17 φορές από αμερικανικές φυλακές υψίστης ασφαλείας. Το διακριτικό στην περίπτωσή του ήταν ότι- τουλάχιστον στα τελευταία χρόνια του- παρουσιάζονταν στις τράπεζες και τις έκλεβε εντελώς κυριλέ, σαν πραγματικός τζέντλεμαν με ευγενή φρασεολογία και το χαμόγελο στα χείλη. Ε, ναι, η φιγούρα του Ρόμπερτ Ρέντφορντ ταιριάζει σε αυτό το ρόλο. Ο σεναριογράφος πιάνει το νήμα από το 1981 και τρέχει παράλληλα δύο ιστορίες: αφενός του Τάκερ και της συμμορίας του (ενδιαμέσως υπάρχουν και οι γλυκύτατες σκηνές με τη Σίσσυ Σπέισεκ να υποδύεται μια χήρα που φλερτάρει με τον Τάκερ και τη μουσική του Ντάνιελ Χαρτ να φτιάχνει ρομαντικό θεματάκι) και αφετέρου του ντετέκτιβ Τζον Χαντ που θέλει πάση θυσία να τον βάλει στο χέρι. Αυτή τη δεύτερη ιστορία κλέβει με την ερμηνεία του ο Κέισι Άφλεκ.

Εκείνο που αποδεικνύει την καλή δουλειά που έχει γίνει στο σενάριο από το Ντέιβιντ Λόουερι (σκηνοθέτης επίσης του έργου) είναι το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες σκηνές που μας δείχνουν την ανθρώπινη πλευρά των δύο ηρώων, τις σχέσεις τους με τους ανθρώπους της καθημερινότητάς τους. Κυρίως αυτό ισχύει στην περίπτωση του Άφλεκ με κάποιες μικρές σκηνές του οικογενειακού/ συζυγικού βίου του. Στην περίπτωση του χαρακτήρα του Ρέντφορντ έχουμε να κάνουμε σαφώς με ένα μούτρο που έχει εγκαταλείψει όλες τις πρώην γυναίκες του, όμως είναι πραγματικά δεμένος με τους υπόλοιπους της συμμορίας του. Αυτά τα άλλα μέλη δεν είναι άλλοι από τους Ντάνι Γκλόβερ και Τομ Γουέιτς. Όπου ο Τομ Γουέιτς μας τη βγαίνει πολύ σωστά, τον πάει το μέσο, ο σεναριογράφος του δίνει και έναν παράδοξο μονόλογο που εκείνος τον απογειώνει. Σάμπως λιγότερο προσεγμένο είναι το γράψιμο στο ρολάκι της Ελίζαμπεθ Μος; (φτιάχνει μέσα σε μία μόλις σκηνή την κόρη του Τάκερ που συναντά ο ντετέκτιβ).

Πρέπει, επίσης, να δείτε πόσο στην τσίτα είμαστε για το εάν τελικά ο Ρέντφορντ θα τρακαριστεί με το ντετέκτιβ του Άφλεκ, πώς κορυφώνει το σενάριο την αγωνία μας και τι σκηνή απίστευτου στυλ (διότι και το κλειδί της εγκληματικής προσωπικότητας του Τάκερ αυτό είναι) μας δίνει όταν επιτέλους βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο! Καθώς ο σεναριογράφος έχει αρκετή εμπειρία και στον τομέα του μοντάζ, δεν μας κάνει εντύπωση το ότι το σενάριό του βοηθάει τη μοντέρ Lisa Zeno Churgin (υποψήφια για Όσκαρ το 2000 με το The cider house rules) να βάλει σε μια σειρά τις εικόνες του με σχεδόν μουσικό ρυθμό, χωρίς να αισθανόμαστε ποτέ ότι η ταινία ξεχειλώνει (φαίνονται μελετημένες ακόμα και οι παύσεις στους διαλόγους, άσε η πρώτη μεγάλη σκηνή ληστείας όπου από τη μια έχεις το νου σου- το μοντάζ δηλαδή σε σπρώχνει- στο να δεις πώς θα ληστέψει ο Ρέντφορντ και από την άλλη ακούς το ντετέκτιβ του Άφλεκ να λέει ένα ανέκδοτο στο γιο του- πρόταση του ίδιου του Άφλεκ στα γυρίσματα αυτή η επίθεση στις αισθήσεις που εμείς απολαμβάνουμε).

Δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή είναι μια μεγαλειώδης έξοδος για το Ρόμπερτ Ρέντφορντ από την υποκριτική, αλλά και πάλι δεν θα ήταν διόλου ειλικρινής αν ισχυρίζονταν ότι δεν ευχαριστήθηκε με αυτό εδώ το φιλμ , με την ατμόσφαιρα που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο παλαίμαχους ή ότι το σενάριο δεν του έφερε στο νου κάτι από το ψυχαγωγικό σινεμά της δεκαετίας του ’70.

BlacKkKlansman, του Πάνου Λιάκου

Με την επιστροφή μας μετά τη σιωπή διαρκείας του καλοκαιριού, θα μιλήσουμε για την επιστροφή του Σπάικ Λι στη δραματουργία με ένα αστυνομικό φιλμ που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Αυτή η ιστορία του πρώτου Αφροαμερικανού ντετέκτιβ του αστυνομικού τμήματος του Κολοράντο Σπρινγκς βρίσκεται στο επίκεντρο της ταινίας του Λι που στα ελληνικά μεταφράζεται ως Η Παρείσφρηση.

blackkklansmanflust

Θα πρέπει να βγάλουμε από το μυαλό μας τα όσα γράφονται σε ιστοσελίδες του διαδικτύου σχετικά με το πόσο ακριβές είναι το έργο του Λι, το πόσο πιστό στην πρωτότυπη ιστορία όπως την αφηγείται ο πραγματικός ντετέκτιβ Ρον Στάλγουορθ στο βιβλίο του. Ναι, ο Λι μαζί με τους συνεργάτες του στο σενάριο έχουν πάρει κάποιες ελευθερίες καθώς έχουμε και μεταφορά από ένα είδος σε άλλο. Τοποθετούν επί παραδείγματι την ιστορία στις αρχές των ‘70’ς ενώ αυτή έλαβε πραγματικά χώρα στα τελειώματα της δεκαετίας, παρουσιάζουν ως Εβραίο τον ένα αστυνομικό, είναι όμως όλες αυτές ελευθερίες οι οποίες λειτουργούν υπέρ της δραματουργίας και φυσικά προς την πολιτική κατεύθυνση που θέλουν να δώσουν οι σεναριογράφοι πάντα μέσα από το αστυνομικό είδος (αστυνομικό δράμα με στοιχεία ειρωνείας). Έτσι, σε περίπτωση που το δούμε να φτάνει μέχρι τις υποψηφιότητες της Ακαδημίας για το διασκευασμένο σενάριο όλα αυτά θα πιστωθούν στα θετικά της αφήγησης (υπάρχει ένα μικρό «αλλά» για το φινάλε, προσοχή σπόιλερς στην τελευταία παράγραφο).

Διότι εδώ έχουμε κινηματογράφο και όχι κάποιο μάθημα Αμερικανικής ιστορίας. Αν δοθεί και το έναυσμα για εμάς τους νεότερους βλέποντας μια τέτοια ταινία να ψαχτούμε περισσότερο σχετικά με τη ρατσιστική αντιμετώπιση των μαύρων πολιτών στις ΗΠΑ από αστυνομικούς και την Κου- Κλουξ- Κλαν, τόσο το καλύτερο. Ο Σπάικ Λι δεν λησμονεί ότι κάνει σινεμά. Θα πρέπει να θαυμάσετε τα πλάνα του στις σκηνές στα κεντρικά του αστυνομικού τμήματος, ιδίως το πώς μας «καρφώνει» αυτό το τηλέφωνο μέσω του οποίου ο μεν Αφροαμερικανός θα επικοινωνεί με τους ιθύνοντες της ΚΚΚ ενώ ο συνεργάτης του θα παρουσιάζεται με το δικό του όνομα τάχα μου και δήθεν ότι ενδιαφέρεται για να πάρει μέρος στον αγώνα υπέρ της άριας φυλής και κατά των «βρωμιάρηδων νέγρων». Εδώ το δίδυμο Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον και Άνταμ Ντράιβερ δένει πολύ καλά με τον πρώτο όμως να έχει ένα περισσότερο αβανταδόρικο ρόλο και το δεύτερο να παίζει σαν ήρεμη δύναμη, με συγκρατημένα τα εκφραστικά μέσα. Του το επιβάλει ούτως ή άλλως και ο ρόλος του undercover πράκτορα. Στις σκηνές όπου τα ρεμάλια της ΚΚΚ τον ανακρίνουν, είμαστε στην τσίτα.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας είναι το γεγονός ότι το αστυνομικό της πλοκής μας καθηλώνει την ίδια στιγμή που το σενάριο μας γνωρίζει δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: τους μισαλλόδοξους επαρχιώτες της ΚΚΚ από τη μία (και πώς γράφει τις λεπτομέρειές τους, ότι είναι μέθυσοι ή οι γυναίκες τους εντελώς ανεγκέφαλες- η σκηνή της κρεβατοκάμαρας) και από την άλλη φοιτητές που παλεύουν για την απελευθέρωση των μαύρων από τη λευκή καταπίεση ή ευσυνείδητους ντετέκτιβ σαν αυτόν της ιστορίας μας.

Το φιλμ έχει νεύρο, γρήγορο μοντάζ, ο Σπάικ Λι είναι άνθρωπος που λατρεύει το μέσο κι αυτό φαίνεται από το πώς κινεί την κάμερά του μέχρι το πώς συνεργάζεται με τους υπόλοιπους τομείς για να κάνει τις αναφορές του στο blaxploitation σινεμά της δεκαετίας τoυ’ 70 και όχι μόνο. Διότι δεν λείπει και το «καρφί» εναντίον της ταινίας του Γκρίφιθ Η γέννηση ενός έθνους (1915). Να αγιάσει το στόμα του. Που οι περισσότεροι θεωρητικοί στέκονται στα τότε επιτεύγματα της ταινίας, βάζοντας κάπως στην άκρη το ρατσιστικότατο περιεχόμενό της. Να μη λησμονήσουμε να πούμε σχετικά με την πρωτότυπη μουσική του Τέρενς Μπλάνχαρτ όπου βοηθά στην ανασύσταση του κλίματος της εποχής και γι’ αυτό διόλου απίθανο να τον εξετάσει πολύ προσεκτικά η Ακαδημία για τις προσεχείς υποψηφιότητές της.

Θα ψυχαγωγηθείτε, με ένα μικρό «αλλά» που αφορά στον επίλογο του έργου που διαλύει την κινηματογραφική ψευδαίσθηση και -όπως και πολλά άλλα φιλμ της τελευταίας δεκαετίας που βασίζονται σε πραγματικές ιστορίες- το πάει προς το ντοκουμέντο και τον εύκολο συναισθηματισμό ενώ όλα όσα είχαν υπονοηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή μέσω ατακών ώστε να κάνουμε τη σύνδεση του «τότε» με το «τώρα» ήταν πέρα για πέρα εύστοχα. Και όπως λέει και ένας πολύτιμος φίλος: «Ο υπαινιγμός είναι πάντα πιο δυνατός από την άμεση κατονομασία».

The continuing future of Technology And How It Can be Making The World A much better Place For anyone

Technology on your isn’t a formula for solution. The technology to some level blossomed about account of the entertainment market. And so where this adds value, where persons can distinguish what the technology does indeed and will help to make a web link to how that can support with lives, it appears to have a lot of support. The key point to keep in mind is the fact, only the most feasible and utilitarian technology might ultimately end up becoming effective in the popular marketplace. The most up-to-date technologies provide us, the counsel concerning energy-friendly and ecological solutions that aids in boosting the surroundings through which we’re living. Mobile fridge coding is about the many recent technology of searching web webpages in the cell phone by employing the camera in the telephone to capture the web address.

Technology isn’t gonna repair the difficulties linked with education, nevertheless, with the specific time, the issues that plague our educational program are not probably be remedied without the presence of technology. Truly the technology is liable intended for the the positive effect of the organization. Wearable technology, also referred to as tech togs, comes with attire and accents which may have advanced technologies used inside their structure. Every one of the guys and women of all ages who all are involved with the business much better technology fantastic in issue that which theory is appropriate. Every business wants an App. The fact is it’s right to say that the business and technology will be interdependent.

Application could be produced to fit the requirements within the hotel that might have a front end and a rear end. The software has various methods for every single sole type of industry condition and adapts the appropriate algorithm through the usage of the RCTPA technology. Mainly because most people are already soundlessly and undoubtedly type upon predictive and deductive software for a lot of their each day needs. The ambition you’ve got for where they can reach inside the business. Companies in these days are enhancing their image and development with the debut of mobile or portable barcodes. Many businesses have uncovered that TDM is simply too pricey for what that they would just like to do. Today, they will prefer to assess, analyze, appraise, evaluate, look over, consider all their business circumstances through unnatural intelligence alternatively than individual intelligence by themselves. They perform apply individuals at this time to give the help and advice and complete the sale. The key businesses sign deals with the software construction businesses to buy their products together with the yearly improvements. Technology businesses have got a level of privacy concern.

The usage of technology comes with totally changed the significance of excitement. The use of technology in medical care sector offers helped us develop various methods of checking out dangerous ailments. The usage of technology within the fun business is an extremely great omen. Technology provides incredibly structured differently the way all of us live today, there’s zero refusal to this. Fridge code technology was recommended designed for data collection uses which is among the fastest developed solutions. Now this is thought to be an future element competence technology Technology is going to be consistently improving, and it appears that there might be a unique application introduced every daytime could intended to easily simplify doing organization. Computer technology provides a range of benefits with regard to fast communication. The best technology is named for in an effort to capture most effective memories anytime.

More on technology at luma-it.eu

The Future of Technology And just how It Is definitely Producing The World A Better Place For anyone

Technology by themselves isn’t a system with regards to salvation. The technology to some level flourished on account of the entertainment industry. Therefore where this adds value, where persons can determine what the tech may and will generate a connection to just how this can support with lives, that is likely to obtain a lot of support. The key point out keep on mind is that, only the most possible and functional technology would probably finally end up being cost-effective in the popular marketplace. The latest technologies also provide us, the counsel concerning energy-friendly and eco friendly solutions that aids in improving the surroundings in which we’re living. Mobile club coding is about the the majority of recent technology of opening web pages inside your cellular phone by using the camera in the mobile to capture the web address.

Technology isn’t gonna repair the difficulties linked with education, nonetheless, with the correct period, the issues that plague our educational program are not probably be remedied with no presence of technology. Basically the technology is responsible with respect to the globalization of the provider. Wearable technology, also referred to as tech togs, includes apparel and products which have advanced systems bundled in their style. Every one of the males and women whom are engaged when using the business as well as the technology are actually in problem that which theory is correct. Every organization wants a great App. The reality is it’s directly to say that the company and technology will be interdependent.

Computer software could possibly be created to accommodate the requirements of the hotel which might have a front end and a rear end. The software contains various methods for every solitary type of industry condition and adapts the correct algorithm throughout the usage of the RCTPA technology. Because most individuals are previously noiselessly and unknowingly dependent upon predictive and a fortiori software for a lot of their each day needs. The ambition get for where they can reach inside the business. Companies in these days are improving their particular graphic and advancement with the first appear of cellphone barcodes. Many businesses have learned that TDM is just too costly for what that they would just like to carry out. Today, they prefer to review, study, inspect, assess, analyze, appraise, evaluate, look over, consider their organization conditions through unnatural thinking ability rather than human being intelligence alone. They do use human beings at the moment to give the information and complete someone buy. The important businesses sign tackles the software construction businesses to get their merchandise together with all their yearly plans available posts. Technology businesses have a privacy issue.

The usage of technology has got entirely modified the significance of recreation. The use of technology on amounts sector has got helped all of us develop various methods of diagnosing dangerous disorders. The usage of technology within the amusement business certainly a good omen. Technology has got remarkably revised the way all of us live today, there’s zero refusal to that. Standard code technology was preferred for data collection motivations and is also among the swiftest developed systems. Now that is thought to be an future feature quality and reliability technology Technology is normally always growing, and it appears that there is a cutting edge application produced every time absolutely supposed to make ease of doing organization. Software provides a range of benefits with regard to fast communication. The finest technology is named for as a way to capture most effective memories in every area of your life.

More upon technology at www.wijayaabaditransport.com

The continuing future of Technology And How It Is usually Making Our World A Better Place For all

Technology by themselves isn’t a method designed for salvation. The technology to some degree prospered about account of the entertainment marketplace. Hence where that adds worth, where persons can discover what the tech may and can help to make a web link to how it can support with lives, it seems to have a lot of support. The key point out keep on mind is the fact, only the most possible and functional technology could sooner or later end up being fantastic in the popular marketplace. The most up-to-date technologies in addition provide us, the assistance concerning energy-friendly and lasting solutions that aids in improving upon the surroundings by which we’re living. Mobile club coding is around the most recent technology of being able to access web web pages inside your cell phone by employing the camera in the mobile to capture the online world address.

Technology isn’t likely to repair the down sides linked with education, although, with the specific period, the issues that plague each of our educational program are not probably remedied without the presence of technology. Basically the technology is responsible just for the syndication of the company. Wearable technology, also named technical togs, incorporates garments and equipment which have advanced technology provided within their structure. Every one of the men and women of all ages who are included along with the organization along with the technology wonderful in dilemma that which theory is appropriate. Every business wants an App. The majority of us it’s right to say that the business and technology will be interdependent.

Program could possibly be designed to accommodate the requirements belonging to the hotel that might have a front end and a back. The software features various methods for just about every solo type of market condition and adapts the suitable algorithm through the usage of the RCTPA technology. Since most individuals are already silently and unknowingly dependent upon predictive and inductive software for a number of their each day needs. The ambition you’ve got for where they can certainly reach within the business. Companies in these days are enhancing their particular image and creation with the debut of cellphone barcodes. Many businesses have noticed that TDM is simply too pricey for what they would just like to do. Today, they prefer to analyse all their business scenarios through manufactured thinking ability alternatively than human intelligence on your. They do apply humans right now to give the guidance and complete someone buy. The major businesses sign deals with the software developing businesses to acquire their goods together with the total annual posts. Technology businesses experience a privacy concern.

The usage of technology includes completely structured differently the significance of recreation. The use of technology in amounts sector has got helped us develop many strategies of diagnosing dangerous diseases. The usage of technology within the entertainment organization is an extremely great omen. Technology seems to have just downgraded the way all of us live today, there’s zero refusal to that. Club code technology was favored intended for info collection pastimes and is between the swiftest developed technologies. Now this is thought to be an upcoming aspect grade technology Technology is frequently evolving, and it appears that may possibly be a brand-new application produced every evening that is certainly designed to ease doing organization. Computer technology offers a range of benefits to find fast interaction. The finest technology is called for in order to capture best memories anytime.

More on technology at need2print.dk