Bohemian Rhapsody, του Πάνου Λιάκου

Αυτή η κινηματογραφική σεζόν έχει πολλή μουσική. Αυτή τη φορά μας απασχολεί η πολυαναμενόμενη βιογραφική ταινία Bohemian Rhapsody. Οι φανατικοί των Queen και του Φρέντι Μέρκιουρι θα σπεύσουν. Όμως, σε γενικές γραμμές, είναι από εκείνα τα έργα που ενώ θα μπορούσαν να δώσουν κάτι μεγάλο κινούνται στη φάση «σπουδαίο δεν είναι, αλλά δεν πάει και ο χρόνος σου χαμένος».

Στο τιμόνι της σκηνοθεσίας βρίσκεται ο ικανός Μπράιαν Σίνγκερ ενώ το σενάριο υπογράφουν οι υποψήφιοι για Όσκαρ Άντονι ΜακΚάρτεν (Η θεωρία των πάντων) και Πίτερ Μόργκαν (Frost/Nixon, The Queen). Και καθώς τα πάντα-καλά ή άσχημα- ξεκινούν από το γράψιμο, το ίδιο συμβαίνει και εδώ όπου το σενάριο σε καμία των περιπτώσεων δεν θα το χαρακτήριζες κορυφαίο. Θα πρέπει μάλλον να πιστέψουμε εκείνα που ακούγονται περί ρόλου-κλειδιού των εναπομεινάντων μελών του συγκροτήματος ως προς το πώς ακριβώς θα παρουσιαστεί η ιστορία τους στη μεγάλη οθόνη. Ήταν, επίσης, εκείνοι που ανησυχούσαν για το εάν θα έπαιρνε το ρόλο του Μέρκιουρι ο Σάσα Μπάρον Κοέν. Φοβήθηκαν ότι ο ηθοποιός θα ήθελε να εστιάσει στην σεξουαλική ζωή και τις κραιπάλες (εδώ μπορείς να τους δώσεις ένα πόιντ, γιατί όταν έχεις να κάνεις με τέτοια είδωλα πρέπει κυρίως να μιλήσεις για εκείνο που τα έκανε να μας καταλαβαίνουν, για εκείνο που έφεραν εντός τους και το πρόσφεραν στον κόσμο και που τους κάνει να εμπνέουν μέχρι σήμερα). Ίσως η θητεία του Κοέν στη σάτιρα να τόνιζε ακόμα περισσότερο το εξτράβαγκανς της προσωπικότητας του Μέρκιουρι, από την άλλη όμως έχει δείξει σε ταινίες όπως το Hugo του Σκορσέζε ότι μπορεί να κινηθεί και σε πιο συγκρατημένους- δίχως υπογραμμίσεις- ερμηνευτικούς δρόμους.

Ας μη φλυαρήσουμε περαιτέρω. Ας κρίνουμε εκείνο το οποίο είδαμε στην οθόνη μας. Αφήγηση στρωτή, λεπτομέρειες από τις σχέσεις που είχαν οι Queen κατά τη διάρκεια των θρυλικών ηχογραφήσεων αλλά με τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από τον τραγουδιστή τους, το Φρέντι Μέρκιουρι. Ουσιαστικά η ταινία έχει να κάνει με εκείνον. Με τα πρώτα του ξεκινήματα, τις σχέσεις με τους παραδοσιακούς Ζωροάστρες γονείς του, την πάλη εντός του σχετικά με την αναζήτηση της σεξουαλικότητας του αλλά και με τους δαίμονές του, τη διάθεσή του, τέλος, να δώσει αυτό το σόου μπροστά στον κόσμο. Ίσως εκεί να βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα αυτού του σεναρίου. Το ότι είναι αβανταδόρικο μονάχα για τον πρωταγωνιστή του- οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ρόλους δεν διαθέτουν κορυφώσεις και πραγματικά μεγάλες σκηνές οπότε ως έργο στο τέλος αισθάνεσαι ότι κάτι του λείπει… Παρόλα αυτά η συναισθηματική φόρτιση είναι παρούσα, ιδιαιτέρως σε σκηνές όπως της αποκάλυψης εκ μέρους του Μέρκιουρι στη σύζυγό του Μαίρη- με την οποία αν και χώρισαν, διατήρησαν όμως εσαεί φιλική σχέση- ότι είναι αμφιφυλόφιλος αλλά και στην τελική τους σκηνή όπου εκείνη πάει και τον βρίσκει στο Μόναχο. Ειδικά σε αυτή τη δεύτερη όπου λαμβάνει χώρα μέσα στη βροχή… θυμόμαστε εκείνο το «μια βροχή για ατμόσφαιρα» που έλεγε ο Νίκος Νικολαΐδης.

Δεν χρειάζεται μετά από τα παραπάνω και πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι ερμηνευτικά στην ταινία ξεχωρίζει ο Ράμι Μάλεκ. Με τη βοήθεια της ενδυματολογίας και του μακιγιάζ πετυχαίνει μια άψογη- σχεδόν τρομακτική- μεταμόρφωση ενώ επίτευγμα του ηθοποιού είναι που καταφέρνει να πάλλεται από εκείνη την ενέργεια που διέθετε κι ο Μέρκιουρι. Και πώς τοποθετεί τη φωνή του! Πώς αρθρώνει τις τρυφερές προσφωνήσεις, τα σκληρά λόγια στους επίδοξους «περιβαλλοντολόγους» αλλά και τις χιουμοριστικές ατάκες! Οι σεναριογράφοι έχουν σκεφτεί πολλές σκηνές όπου βοηθούν την κάμερα του Σίνγκερ να είναι σε συνεχή κίνηση (βλέπε σεκάνς περιοδείας) με αποκορύφωμα την τελική σκηνή του λάιβ της μπάντας στο Live Aid του 1985. Εκεί-ναι- έχουμε μια τέλεια αναπαράσταση του ιστορικού λάιβ με τις κινήσεις της κάμερας, τον ήχο, το μοντάζ (ο μοντέρ Τζον Ότμαν είναι επίσης και μουσικός οπότε γνωρίζει δύο φορές καλά από τέμπο που ούτως ή άλλως πρέπει να έχει ένα μοντάζ) και την ενέργεια του ηθοποιού να συντονίζονται , να γίνονται ένα.

Cold War, του Πάνου Λιάκου

Από τις μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς. Και όχι μόνο. Από εκείνα τα έργα που χαίρεσαι που είσαι ζωντανός- νιώθεις σχεδόν ευλογημένος- και τα παρακολουθείς σε μεγάλη οθόνη, που τα σκέφτεσαι για μέρες μετά την έξοδο από την προβολή, που κάνουν την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο.

Μια ιστορία καταραμένου έρωτα από την Πολωνία και ένα σενάριο του Πάβελ Παβλικόφσκι που από εδώ και στο εξής θα πρέπει μάλλον να διδάσκεται στις σχολές- περί του πώς μπορούμε να γράψουμε κάτι πλήρες με απλότητα και αφηγηματική οικονομία. Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος είναι η επίσημη πρόταση της Πολωνίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2019, αναμένουμε να δούμε εάν θα τον δούμε στην αντίστοιχη πεντάδα και εάν σε δεύτερο επίπεδο αναγνωριστεί αυτή η μανιμαλιστική του γραφή με υποψηφιότητα στην κατηγορία του σεναρίου.

Πρόκειται για μία από εκείνες τις ιστορίες όπου θα μπορούσαν κάλλιστα να δώσουν μέχρι και μια ταινία επικής διάρκειας, σαν το Όσα παίρνει ο άνεμος, το Δόκτορα Ζιβάγγο και τους Κόκκινους. Καλούμαστε, όμως, να αναλύσουμε το συγκεκριμένο πολωνικό έργο, οπότε ας μείνουμε μακριά από υποθέσεις. Ο Πάβελ Παβλικόφσκι έχει επιλέξει συνειδητά να ξεκινήσει την ταινία του με ένα παραδοσιακό πολυφωνικό τραγούδι- πέρα για πέρα νταλγκαδιάρικο. Τέτοια θα είναι και η ιστορία που θα παρακολουθήσουμε για την επόμενη μιάμιση (σχεδόν) ώρα. Η δε μουσική και ιδιαιτέρως η παραδοσιακή παίζει κεντρικό ρόλο αφού το ρομάντζο θα ξεκινήσει μέσα από ένα θίασο καλλιτεχνών στην Πολωνία του 1949. Και καθώς είναι περισσότερο μια ταινία των εικόνων, το τι παρελαύνει μπροστά από τα μάτια μας στο πρώτο μέρος της ταινίας, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λόγια. Με τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία αλλά και τη φωτογραφία- στην οποία έχουν παράδοση οι πολωνοί- του Λούκας Ζαλ (υποψήφιος για Όσκαρ για τη δουλειά του στην Ida- όχι άδικα- αχ το ασπρόμαυρό του!) να κάνουν θαύματα και να μας εισάγουν μέσα στα μπουλούκια της εποχής, στους χορούς και στα τραγούδια τους. Γνωριζόμαστε αρχικά με το μαέστρο, Βίκτωρ, όπου είναι σε αναζήτηση νέων λαϊκών ταλέντων για τη συνέχεια της περιοδείας. Ανάμεσα στα πολλά απλά κορίτσια, εκείνος θα ξεχωρίσει από την πρώτη στιγμή τη Ζούλα.

Ο σκηνοθέτης έχει μεν γράψει μαζί με τους συνεργάτες του ένα αψεγάδιαστο σενάριο- όπου πραγματικά η κάθε σκηνή προωθεί την ιστορία ένα βήμα παραπέρα- αλλά ταυτοχρόνως έχει και δυο ηθοποιούς στους κεντρικούς ρόλους όπου κολλάνε μεταξύ τους, δημιουργώντας αυτό το καταπληκτικό ρομαντικό ζευγάρι. Είναι ο Τόμας Κοτ και η Γιοάνα Κούλιγκ. Τα πάντα παίζονται στο βλέμμα. Γι’ αυτό και ο Παβλικόφσκι επιλέγει στο πρώτο μέρος του φιλμ να εστιάζει σε εκείνο του Βίκτορα- ήδη από τη σκηνή της οντισιόν, σε εκείνες όπου διευθύνει μοιάζοντας να κοιτάει συνεπαρμένος το πλήθος των καλλιτεχνών ενώ τα μάτια του ένα πρόσωπο αναζητούν και τέλος σε εκείνο μετά τη μεγάλη παράσταση όπου και η (σύντομη) πρώτη ερωτική σκηνή τους. Το δε κορίτσι είναι ένα τυπικό δείγμα της ομορφιάς των γυναικών του πρώην ανατολικού μπλοκ- μπορούμε δηλαδή να καταλάβουμε γιατί ο άλλος σχεδόν τρελαίνεται. Έχει υπέροχη φωνή- τόσο στην παραδοσιακή εκτέλεση ενός τραγουδιού όσο και σε διασκευή του που θα ακουστεί στο δεύτερο μέρος-, εκπέμπει αισθησιασμό ενώ ενδυματολογικά θα περάσει από το επαρχιώτικο ντύσιμο, στις παραδοσιακές ενδυμασίες του θιάσου και τέλος στα φορέματα των σκηνών στο Παρίσι αλλά και της μουσικής σκηνής πίσω ξανά στη Πολωνία.

Ω, ναι. Αυτός ο έρωτας θα περάσει από πολλούς σταθμούς και από σαράντα κύματα. Δεν είναι μονάχα η πλανόδια ζωή του καλλιτέχνη αλλά και το ψυχροπολεμικό πολιτικό σκηνικό. Βρίσκονται, χάνονται και όταν ξαναβρίσκονται μπαίνουν στη μέση μέχρι και οι προσωπικές ανασφάλειες. Στο Παρίσι, λοιπόν. Εκείνος όλα αυτά τα χρόνια μόνο Εκείνη περίμενε, καμία άλλη δεν μπόρεσε να αγαπήσει πραγματικά- το έχει γράψει στο πρόσωπό του όλο αυτό ο θαυμάσιος ηθοποιός. Είναι οι σκηνές στο Παρίσι όπου κάνουν μεγάλη αντίθεση με αυτές στην Πολωνία: το Παρίσι είναι όντως η πόλη του φωτός, με τους διανοούμενους της και τα τζαζ κλαμπ. Εκεί μέσα, όμως, η Ζούλα αισθάνεται έξω από τα νερά της- μπορεί κανείς, άραγε, εκτός της γλώσσας του;-, φοβάται ότι δεν έχει τις ικανότητες του συντρόφου της, σαν να μην της αρέσει όλο αυτό το δούναι και λαβείν των χώρων της μουσικής, σιγοβράζει μέχρι που φτάνει σε σκηνή χορού ροκ εν ρολ- εκτόνωσης (ορίστε που επανέρχεται συνεχώς η λειτουργία της μουσικής στην ταινία, που λέγαμε, έχει κι εκείνος σκηνή εκτόνωσης με τζαζ αυτοσχεδιασμό στο πιάνο!). Κάπως έτσι φτάνουμε στο τελευταίο μέρος του φιλμ όπου αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά μέσα από το ρόλο του Βίκτωρα το ποιόν του αληθινού καλλιτέχνη: όταν αγαπήσει πραγματικά, δεν λογαριάζει από καριέρες, καλή ζωή και δόξες. Περνάει μέσα ακριβώς από την καρδιά της Κόλασης προκειμένου να διατηρήσει ζωντανό εκείνο που μετράει πιο πολύ στη ζωή: μια μεγάλη αγάπη.

Καθώς πηγαίνουμε καρφί για το φινάλε όπου ο κλοιός στενεύει (μέχρις αδιεξόδου) για το ζευγάρι, εμείς αναθεματίζουμε τους δύσκολους καιρούς και ο έρωτας τους τελικά ανυψώνεται με τέτοιο τρόπο που ποια καρδιά δεν θα ραΐσει;
(Σ. σ. Κι έτσι κι εμείς στη ζούλα αφιερώνουμε κάπου-κάπου έργα σαν αυτά στη δική μας ‘’Ζούλα’’… Αυτοδικαίως στη δική μου.-

First Man, του Πάνου Λιάκου

Δύο χρόνια μετά το La La Land, ο σκηνοθέτης Ντάμιεν Σαζέλ επιστρέφει έχοντας και πάλι στο πλευρό του το Ράιαν Γκόσλινγκ που αναλαμβάνει να δώσει σάρκα και οστά στον πρώτο άνθρωπο που πάτησε στη σελήνη το 1969, το Νιλ Άρμστρονγκ. Είμαστε μπροστά σε ένα σινεμά ολκής, ένα έργο που μας κατακλύζει από εικόνες και ήχους αλλά στον πυρήνα του, αυτό που εν τέλει μένει σαν γεύση στο θεατή είναι η τρυφερότητα και η ανθρωπιά που προσεγγίζει τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και το οικογενειακό του περιβάλλον.

first man flust
Και για να μιλάμε πιο συγκεκριμένα και κινηματογραφικά, όλα ξεκινούν από το χαρτί του σεναριογράφου Τζος Σίνγκερ που ανέλαβε να μετατρέψει σε κινηματογραφικές εικόνες τη βιογραφία του Τζέιμς Ρ. Χάνσεν για τον Άρμστρονγκ. Το μπάσιμο είναι κατατοπιστικότατο, μας προετοιμάζει ότι το έργο αυτό θα παίξει κυρίως με τον ήχο και το μοντάζ , ενώ σε λίγα μόλις λεπτά έχουμε γνωριστεί με τον κεντρικό χαρακτήρα και τη σύζυγό του. Το φιλμ πιάνει το νήμα από το 1962, μια πραγματικά άτυχη χρονιά για τον Άρμστρονγκ καθώς έχασε τη μικρή του κόρη από καρκίνο- κάτι που του στοίχισε πολύ καθώς αντιλαμβανόμαστε και από τον τρόπο που αναπτύσσεται ο κινηματογραφικός χαρακτήρας. Φαίνεται ότι η ιδιοσυγκρασία του Ράιαν Γκόσλινγκ ταίριαξε με το λιγομίλητο, συνεσταλμένο και άλλο τόσο προσηλωμένο αστροναύτη. Η ερμηνεία του είναι χαμηλών τόνων, χωρίς εξάρσεις, με τα μάτια του να δείχνουν περισσότερο τα αισθήματα και την εσωτερική αναστάτωση του ήρωα του (με κορυφαίες τις σκηνές όπου κρύβεται για να βγάλει τα αναφιλητά του για τη νεκρή του κόρη, τον αποχαιρετισμό με τα παιδιά πριν την αναχώρηση όπου και σαν γράψιμο και σαν διαχείριση μοντάζ αιχμαλωτίζεται τόσο ρεαλιστικά αυτή η σιωπή στην ατμόσφαιρα πριν από δύσκολους αποχαιρετισμούς και σίγουρα η τελευταία σκηνή με την Κλερ Φόι).

Η Κλερ Φόι δεν υποδύεται άλλη από τη Τζάνετ Άρμστρονγκ. Είναι ένας χαρακτήρας όπου από τη φύση του δουλεύεται στο σενάριο ως υποστηρικτικός γυναικείος ρόλος αλλά δεν έχει διόλου λιγότερο ενδιαφέρον από τον ίδιο τον Άρμστρονγκ. Οι γυναίκες των αστροναυτών μια ζωή ζουν με το μεγάλο άγχος του τι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή «εκεί πάνω». Είναι μια επίσης λιτή ερμηνεία, χωρίς υπογραμμίσεις αλλά οπωσδήποτε με κάποιες κορυφώσεις που σίγουρα- όπως και εκείνη του Γκόσλινγκ- θα εξεταστεί με προσοχή από τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου πριν από τις υποψηφιότητες για τα Όσκαρ του 2019.

Εκείνοι οι τομείς της ταινίας που οι επαγγελματίες του σινεμά ξεχώρισαν ήδη από την εμφάνιση των πρώτων κλιπ δεν είναι άλλοι από τον ήχο, τα οπτικά εφέ, τη φωτογραφία, τη μουσική και το μοντάζ του First Man. Από τη μία έχεις ένα νέο σκηνοθέτη (το νεότερο που βραβεύτηκε ποτέ με το Όσκαρ σκηνοθεσίας) που κεντάει, που δείχνει γνώση πάνω στο είδος αλλά που έχει και μόνιμους συνεργάτες να τον υποστηρίζουν κι αυτοί δυνατά με την τέχνη τους ο καθένας. Είναι στη μουσική ο Justin Hurwitz που διέπρεψε στο La La Land, που έχει πλέον κάποια αναγνωρίσιμα μοτίβα στις μουσικές του και φυσικά αποδεικνύεται πέρα για πέρα ικανός να γράψει τόσο τρυφερές μελωδίες (ζευγαριού, οικογενειακού περιβάλλοντος) όσο αγωνίας/ δέους όταν βρισκόμαστε πλέον στη μεγάλη σεκάνς προς/ στο φεγγάρι. Αχ, ναι! Αυτή επιβάλλεται να τη δείτε σε μεγάλη οθόνη. Καθώς δούλεψε άριστα μαζί τους και σε προηγούμενες ταινίες του, ο Σαζέλ κρατάει δίπλα του το φωτογράφο Linus Sandgren και το μοντέρ Tom Cross. Ο πρώτος κάνει θαύματα φωτίζοντας στις αποχρώσεις του φεγγαριού και ετοιμάζεται για ακόμη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ ενώ ο δεύτερος (και οι βοηθοί του) θα πρέπει να δούλεψαν πραγματικά κοπιαστικά για να βάλουν στη σειρά τόσους πολλούς χώρους και πρόσωπα. Εκεί όμως που υποκλινόμαστε είναι στη δουλειά που έχει γίνει στον ήχο. Πώς αιχμαλωτίζει ανάσες, καρδιοχτύπια, παύσεις, πυραυλικούς ήχους και εν τέλει την απόλυτη σιωπή του διαστήματος.

Και κάπου εδώ ας θυμίσουμε ότι όλα ξεκινούν από το λόγο, από το σεναριογράφο Τζος Σίνγκερ (βραβευμένος με Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου) που φαίνεται να έχει πραγματικά γνώσεις περί του πώς γίνεται ο κινηματογράφος- ειδικά στο τελευταίο μέρος βοηθά το σκηνοθέτη σημαντικά το γράψιμό του- και πώς στήνεται μια ιστορία έχοντας στο επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο και τα αισθήματά του. Ο Σίνγκερ αυτό που ήθελε πρωτίστως να κάνει ήταν να αποφύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς. Τρανή απόδειξη το φινάλε που κλείνει με ανθρώπινη επαφή βλεμμάτων και όχι με εικόνες από τα πραγματικά γεγονότα όπως είναι πολύ της μόδας τελευταία στο αμερικανικό σινεμά και ελπίζουμε το First Man να βοηθήσει προς την κατεύθυνση του να μην υπάρχουν τέτοιες εικόνες πια στα φινάλε να καταστρέφουν τη μαγεία της μυθοπλασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αιχμαλωτίζει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (μετά Κένεντι εποχή) ή δεν χρησιμοποιεί εν τω μέσω της αφήγησης πρωτότυπο υλικό από τις διαμαρτυρίες για τον πόλεμο του Βιετνάμ ή από τις αντιδράσεις εκείνων που ήταν σκεφτικοί απέναντι στις αποστολές στη σελήνη. Κι όλα ετούτα δίχως κορόνες καθώς η συγκεκριμένη είναι μια στιγμή που κατά τους συντελεστές αυτής της ταινίας δεν ανήκει μόνο στην Αμερική. Η στιγμή αυτή ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα που πάντα πήγαινε μπροστά με τη δίψα της για περισσότερη γνώση.

A Star is born, του Πάνου Λιάκου

1937. 1954. 1976. 2018. Οι χρονολογίες- σταθμοί για την ερωτική ιστορία που φαίνεται να περνάει από γενιά σε γενιά. Κι ακόμα κι αν δεν θα έδινε κανείς στην ταινία του Μπράντλεϊ Κούπερ το χαρακτηρισμό του αριστουργήματος, παρόλα αυτά δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει ότι είναι τρυφερή, με γνώσεις πάνω στην προσέγγιση των αρχετύπων και φυσικά με τραγούδια (The Shallow- τραγούδι του ζευγαριού, I’ ll never love again) που έχουν κλείσει ήδη μια θέση στην οσκαρική πεντάδα.

a star is born

Όπως μπορεί να αντιληφθεί κάποιος ήδη από την εισαγωγική σκηνή του έργου, η αισθητική του βρίσκεται πιο κοντά σε εκείνη του φιλμ με πρωταγωνιστές τους Κρις Κριστόφερσον και Μπάρμπρα Στρέιζαντ. Διατηρεί, δηλαδή, αυτό το πλαίσιο της ροκ- κάντρι μουσικής. Υπάρχει άραγε καλύτερο πεδίο από αυτό της μουσικής προκειμένου να αναπτυχθεί ένα ρομάντζο, να ανθίσει ένας έρωτας; Και εκεί γίνεται η συνάντηση. Ένας αλκοολικός σταρ της κάντρι μουσικής ανακαλύπτει κάποιο βράδυ σε ένα drag show μια ταλαντούχα νέα ερμηνεύτρια, την Άλλι την οποία και αναλαμβάνει να αναδείξει αρχικά μέσα από τα δικά του σόου. Και φυσικά ερωτεύονται. Αλλά όπως όλες οι ερωτικές ιστορίες που γράφουν μέσα μας, έτσι κι αυτή είναι μια καταραμένη ερωτική ιστορία, με την πτώση να είναι βεβαία. Εκείνος, βλέπετε, είναι ένα αστέρι που μεθυσμένο πέφτει, πέφτει κι εκείνη πάνω στα ντουζένια της.

Ο Μπράντλεϊ Κούπερ καταφέρνει πέρα για πέρα να μπει μέσα στο πετσί του αλκοολικού σταρ, περιφερόμενος από σκηνή σε σκηνή με βραχνιασμένη από τις καταχρήσεις φωνή, αξύριστος και οξύθυμος. Ωστόσο, ο Κούπερ καταφέρνει να μας εντυπωσιάσει περισσότερο για τις σκηνοθετικές του ικανότητες. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι η πρώτη του φορά όπου περνάει και πίσω από τις κάμερες. Κι όμως φαίνεται η τόση μελέτη του πάνω στην ταινία του 1976 και ιδίως ως προς τον τρόπο που κινεί την κάμερα στους συναυλιακούς χώρους ώστε να πετύχει να μας μεταφέρει ένα ρεαλιστικό κλίμα όπως επίσης και στα κοντινά. Έχει ευτυχήσει και ως προς τους συνεργάτες στους υπόλοιπους τομείς του φιλμ του, αρχής γενομένης από τη φωτογραφία του Μάθιου Λιμπατίκ και τον τρόπο που φωτίζει τα πρόσωπα αλλά και τη γενικότερη ατμόσφαιρα που φτιάχνει είτε στις συναυλίες είτε σε μαγαζιά όπως εκείνο όπου γνωρίζονται οι ήρωες στην αρχή της ταινίας με το κόκκινο να κυριαρχεί. Δεν είναι απίθανο για την ταινία να έχει οσκαρικές υποψηφιότητες- πέρα από τα τραγούδια- και στις κατηγορίες της φωτογραφίας και του ήχου.

Κι ερχόμαστε στην κυρία της ταινίας που δεν είναι άλλη από τη Λέιντι Γκάγκα. Κι ο προκατειλημμένος θεατής- όπως όσοι παρακολουθούν για πρώτη φορά ψυχαναλυτικές συνεδρίες- έχει αντιστάσεις και αργεί να της παραδοθεί γιατί μέχρι τώρα την είχε κάπως διαφορετικά στο μυαλό του. Εδώ κάνει μια εμφάνιση δίχως την περσόνα της, βάζει στην άκρη τη σταρ και την περφόρμανς της αποφασίζοντας να δουλέψει πλέον πάνω σε εκείνο που λέμε υποκριτική. Το αποτέλεσμα είναι μια συμπαθής ερμηνεία στα πλαίσια αισθηματικού δράματος του οποίου η κορύφωση γίνεται πάνω στο ρόλο της. Με τραγούδι, παρακαλώ (να ξαναπούμε για τη φωνάρα της Λαίδης;). Όπου εκεί η ίδια η ιστορία έχει να μας πει για τη εκτόνωση μέσω του τραγουδιού (τραγουδάει κανείς καλύτερα όταν έχει βιώσει πόνο και έχει αυτό το ΑΧ! να βγάλει από μέσα του) και της επικοινωνίας αυτού.

The Old Man and the Gun, του Πάνου Λιάκου

Αυτό είναι το σινεμά το ψυχαγωγικό. Με πόση συγκίνηση παρακολουθείς θρύλους όπως το Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τη Σίσσυ Σπέισεκ παρά τα χρόνια που έχουν περάσει να γουστάρουν πραγματικά την τέχνη της υποκριτικής και ταινίες είδους σαν κι αυτή εδώ. Όπως δήλωσε στο πιο πρόσφατο φεστιβάλ του Τορόντο ο Ρέντφορντ, ήθελε η τελευταία του δουλειά πάνω στην υποκριτική (εάν δεχτούμε ότι όντως αποσύρεται) να είναι διασκεδαστική.

The Old Man and the Gun

Γιατί έχει πλάκα αυτό το αστυνομικό φιλμ; Διότι βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ενός ληστή τραπεζών που είχε καταφέρει να αποδράσει 17 φορές από αμερικανικές φυλακές υψίστης ασφαλείας. Το διακριτικό στην περίπτωσή του ήταν ότι- τουλάχιστον στα τελευταία χρόνια του- παρουσιάζονταν στις τράπεζες και τις έκλεβε εντελώς κυριλέ, σαν πραγματικός τζέντλεμαν με ευγενή φρασεολογία και το χαμόγελο στα χείλη. Ε, ναι, η φιγούρα του Ρόμπερτ Ρέντφορντ ταιριάζει σε αυτό το ρόλο. Ο σεναριογράφος πιάνει το νήμα από το 1981 και τρέχει παράλληλα δύο ιστορίες: αφενός του Τάκερ και της συμμορίας του (ενδιαμέσως υπάρχουν και οι γλυκύτατες σκηνές με τη Σίσσυ Σπέισεκ να υποδύεται μια χήρα που φλερτάρει με τον Τάκερ και τη μουσική του Ντάνιελ Χαρτ να φτιάχνει ρομαντικό θεματάκι) και αφετέρου του ντετέκτιβ Τζον Χαντ που θέλει πάση θυσία να τον βάλει στο χέρι. Αυτή τη δεύτερη ιστορία κλέβει με την ερμηνεία του ο Κέισι Άφλεκ.

Εκείνο που αποδεικνύει την καλή δουλειά που έχει γίνει στο σενάριο από το Ντέιβιντ Λόουερι (σκηνοθέτης επίσης του έργου) είναι το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες σκηνές που μας δείχνουν την ανθρώπινη πλευρά των δύο ηρώων, τις σχέσεις τους με τους ανθρώπους της καθημερινότητάς τους. Κυρίως αυτό ισχύει στην περίπτωση του Άφλεκ με κάποιες μικρές σκηνές του οικογενειακού/ συζυγικού βίου του. Στην περίπτωση του χαρακτήρα του Ρέντφορντ έχουμε να κάνουμε σαφώς με ένα μούτρο που έχει εγκαταλείψει όλες τις πρώην γυναίκες του, όμως είναι πραγματικά δεμένος με τους υπόλοιπους της συμμορίας του. Αυτά τα άλλα μέλη δεν είναι άλλοι από τους Ντάνι Γκλόβερ και Τομ Γουέιτς. Όπου ο Τομ Γουέιτς μας τη βγαίνει πολύ σωστά, τον πάει το μέσο, ο σεναριογράφος του δίνει και έναν παράδοξο μονόλογο που εκείνος τον απογειώνει. Σάμπως λιγότερο προσεγμένο είναι το γράψιμο στο ρολάκι της Ελίζαμπεθ Μος; (φτιάχνει μέσα σε μία μόλις σκηνή την κόρη του Τάκερ που συναντά ο ντετέκτιβ).

Πρέπει, επίσης, να δείτε πόσο στην τσίτα είμαστε για το εάν τελικά ο Ρέντφορντ θα τρακαριστεί με το ντετέκτιβ του Άφλεκ, πώς κορυφώνει το σενάριο την αγωνία μας και τι σκηνή απίστευτου στυλ (διότι και το κλειδί της εγκληματικής προσωπικότητας του Τάκερ αυτό είναι) μας δίνει όταν επιτέλους βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο! Καθώς ο σεναριογράφος έχει αρκετή εμπειρία και στον τομέα του μοντάζ, δεν μας κάνει εντύπωση το ότι το σενάριό του βοηθάει τη μοντέρ Lisa Zeno Churgin (υποψήφια για Όσκαρ το 2000 με το The cider house rules) να βάλει σε μια σειρά τις εικόνες του με σχεδόν μουσικό ρυθμό, χωρίς να αισθανόμαστε ποτέ ότι η ταινία ξεχειλώνει (φαίνονται μελετημένες ακόμα και οι παύσεις στους διαλόγους, άσε η πρώτη μεγάλη σκηνή ληστείας όπου από τη μια έχεις το νου σου- το μοντάζ δηλαδή σε σπρώχνει- στο να δεις πώς θα ληστέψει ο Ρέντφορντ και από την άλλη ακούς το ντετέκτιβ του Άφλεκ να λέει ένα ανέκδοτο στο γιο του- πρόταση του ίδιου του Άφλεκ στα γυρίσματα αυτή η επίθεση στις αισθήσεις που εμείς απολαμβάνουμε).

Δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή είναι μια μεγαλειώδης έξοδος για το Ρόμπερτ Ρέντφορντ από την υποκριτική, αλλά και πάλι δεν θα ήταν διόλου ειλικρινής αν ισχυρίζονταν ότι δεν ευχαριστήθηκε με αυτό εδώ το φιλμ , με την ατμόσφαιρα που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο παλαίμαχους ή ότι το σενάριο δεν του έφερε στο νου κάτι από το ψυχαγωγικό σινεμά της δεκαετίας του ’70.

BlacKkKlansman, του Πάνου Λιάκου

Με την επιστροφή μας μετά τη σιωπή διαρκείας του καλοκαιριού, θα μιλήσουμε για την επιστροφή του Σπάικ Λι στη δραματουργία με ένα αστυνομικό φιλμ που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Αυτή η ιστορία του πρώτου Αφροαμερικανού ντετέκτιβ του αστυνομικού τμήματος του Κολοράντο Σπρινγκς βρίσκεται στο επίκεντρο της ταινίας του Λι που στα ελληνικά μεταφράζεται ως Η Παρείσφρηση.

blackkklansmanflust

Θα πρέπει να βγάλουμε από το μυαλό μας τα όσα γράφονται σε ιστοσελίδες του διαδικτύου σχετικά με το πόσο ακριβές είναι το έργο του Λι, το πόσο πιστό στην πρωτότυπη ιστορία όπως την αφηγείται ο πραγματικός ντετέκτιβ Ρον Στάλγουορθ στο βιβλίο του. Ναι, ο Λι μαζί με τους συνεργάτες του στο σενάριο έχουν πάρει κάποιες ελευθερίες καθώς έχουμε και μεταφορά από ένα είδος σε άλλο. Τοποθετούν επί παραδείγματι την ιστορία στις αρχές των ‘70’ς ενώ αυτή έλαβε πραγματικά χώρα στα τελειώματα της δεκαετίας, παρουσιάζουν ως Εβραίο τον ένα αστυνομικό, είναι όμως όλες αυτές ελευθερίες οι οποίες λειτουργούν υπέρ της δραματουργίας και φυσικά προς την πολιτική κατεύθυνση που θέλουν να δώσουν οι σεναριογράφοι πάντα μέσα από το αστυνομικό είδος (αστυνομικό δράμα με στοιχεία ειρωνείας). Έτσι, σε περίπτωση που το δούμε να φτάνει μέχρι τις υποψηφιότητες της Ακαδημίας για το διασκευασμένο σενάριο όλα αυτά θα πιστωθούν στα θετικά της αφήγησης (υπάρχει ένα μικρό «αλλά» για το φινάλε, προσοχή σπόιλερς στην τελευταία παράγραφο).

Διότι εδώ έχουμε κινηματογράφο και όχι κάποιο μάθημα Αμερικανικής ιστορίας. Αν δοθεί και το έναυσμα για εμάς τους νεότερους βλέποντας μια τέτοια ταινία να ψαχτούμε περισσότερο σχετικά με τη ρατσιστική αντιμετώπιση των μαύρων πολιτών στις ΗΠΑ από αστυνομικούς και την Κου- Κλουξ- Κλαν, τόσο το καλύτερο. Ο Σπάικ Λι δεν λησμονεί ότι κάνει σινεμά. Θα πρέπει να θαυμάσετε τα πλάνα του στις σκηνές στα κεντρικά του αστυνομικού τμήματος, ιδίως το πώς μας «καρφώνει» αυτό το τηλέφωνο μέσω του οποίου ο μεν Αφροαμερικανός θα επικοινωνεί με τους ιθύνοντες της ΚΚΚ ενώ ο συνεργάτης του θα παρουσιάζεται με το δικό του όνομα τάχα μου και δήθεν ότι ενδιαφέρεται για να πάρει μέρος στον αγώνα υπέρ της άριας φυλής και κατά των «βρωμιάρηδων νέγρων». Εδώ το δίδυμο Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον και Άνταμ Ντράιβερ δένει πολύ καλά με τον πρώτο όμως να έχει ένα περισσότερο αβανταδόρικο ρόλο και το δεύτερο να παίζει σαν ήρεμη δύναμη, με συγκρατημένα τα εκφραστικά μέσα. Του το επιβάλει ούτως ή άλλως και ο ρόλος του undercover πράκτορα. Στις σκηνές όπου τα ρεμάλια της ΚΚΚ τον ανακρίνουν, είμαστε στην τσίτα.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας είναι το γεγονός ότι το αστυνομικό της πλοκής μας καθηλώνει την ίδια στιγμή που το σενάριο μας γνωρίζει δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: τους μισαλλόδοξους επαρχιώτες της ΚΚΚ από τη μία (και πώς γράφει τις λεπτομέρειές τους, ότι είναι μέθυσοι ή οι γυναίκες τους εντελώς ανεγκέφαλες- η σκηνή της κρεβατοκάμαρας) και από την άλλη φοιτητές που παλεύουν για την απελευθέρωση των μαύρων από τη λευκή καταπίεση ή ευσυνείδητους ντετέκτιβ σαν αυτόν της ιστορίας μας.

Το φιλμ έχει νεύρο, γρήγορο μοντάζ, ο Σπάικ Λι είναι άνθρωπος που λατρεύει το μέσο κι αυτό φαίνεται από το πώς κινεί την κάμερά του μέχρι το πώς συνεργάζεται με τους υπόλοιπους τομείς για να κάνει τις αναφορές του στο blaxploitation σινεμά της δεκαετίας τoυ’ 70 και όχι μόνο. Διότι δεν λείπει και το «καρφί» εναντίον της ταινίας του Γκρίφιθ Η γέννηση ενός έθνους (1915). Να αγιάσει το στόμα του. Που οι περισσότεροι θεωρητικοί στέκονται στα τότε επιτεύγματα της ταινίας, βάζοντας κάπως στην άκρη το ρατσιστικότατο περιεχόμενό της. Να μη λησμονήσουμε να πούμε σχετικά με την πρωτότυπη μουσική του Τέρενς Μπλάνχαρτ όπου βοηθά στην ανασύσταση του κλίματος της εποχής και γι’ αυτό διόλου απίθανο να τον εξετάσει πολύ προσεκτικά η Ακαδημία για τις προσεχείς υποψηφιότητές της.

Θα ψυχαγωγηθείτε, με ένα μικρό «αλλά» που αφορά στον επίλογο του έργου που διαλύει την κινηματογραφική ψευδαίσθηση και -όπως και πολλά άλλα φιλμ της τελευταίας δεκαετίας που βασίζονται σε πραγματικές ιστορίες- το πάει προς το ντοκουμέντο και τον εύκολο συναισθηματισμό ενώ όλα όσα είχαν υπονοηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή μέσω ατακών ώστε να κάνουμε τη σύνδεση του «τότε» με το «τώρα» ήταν πέρα για πέρα εύστοχα. Και όπως λέει και ένας πολύτιμος φίλος: «Ο υπαινιγμός είναι πάντα πιο δυνατός από την άμεση κατονομασία».

Οι Απίθανοι 2, του Πάνου Λιάκου

Άργησαν δεκατέσσερα χρόνια, αλλά οι αγαπημένοι animation σούπερ ήρωες επέστρεψαν στη μεγάλη οθόνη σε ένα από τα πιο απολαυστικά σίκουελ του είδους που έχουμε δει. Αρκετές φρέσκιες ιδέες, ανάπτυξη χαρακτήρων που θα ζήλευαν ακόμη και ταινίες που απευθύνονται αποκλειστικά σε ενήλικες, δράση και χιούμορ συνθέτουν το πορτρέτο μιας ταινίας που θα ευχαριστηθούν τόσο οι μικροί θεατές όσο και οι συνοδοί τους.

CREATOR: gd-jpeg v1.0 (using IJG JPEG v62), quality = 82
Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης των Απίθανων, Μπραντ Μπέρντ, με την έναρξη κιόλας της ταινίας κλείνει το μάτι στο είδος της κατασκοπευτικής περιπέτειας όσο και του σούπερ ηρωικού φιλμ (θα το κάνει πολλές φορές ακόμα με ισορροπημένη χρήση ψηφιακών εφέ και χιουμοριστικών ευρημάτων, όπως και στην πρώτη ταινία) και μάλιστα τολμάει να μας μπάσει στην ιστορία χρησιμοποιώντας έναν υποστηρικτικό χαρακτήρα η σχέση του οποίου με την έφηβη Απίθανη Βιολέτα θα αποτελέσει μέρος της πλοκής και φυσικά της εξέλιξης της πρωταγωνίστριας. Η σούπερ οικογένεια βρίσκεται σε αποστολή, προσπαθεί να προλάβει τον Υπονομευτή προτού επιτεθεί στο δημαρχείο. Οι ζημιές πολλές γι’ αυτό οι Αρχές μετά το πέρας της αποστολής αποφασίζουν να θέσουν τέλος στο τμήμα των σούπερ ηρώων που τους βοηθούσε κι εκείνοι επιστρέφουν στη ρουτίνα τους. Πολύ σύντομα, όμως, ένας μεγιστάνας των επικοινωνιών και της τεχνολογίας, θα θελήσει να συσπειρώσει πολλούς σούπερ ήρωες με σκοπό να αποδείξουν στην ανθρωπότητα ότι είναι αναγκαίοι.

Την πρώτη αποστολή θα αναλάβει η μαμά της οικογένεια, η Έλεν (ελαστίνα) ενώ ο κύριος Απίθανος θα μείνει πίσω στο σπίτι με τα παιδιά- πολύ σύντομα όμως η μαμά θα έχει μπλεξίματα και θα αναγκαστούν όλοι να φορέσουν ξανά τις κόκκινες στολές τους. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη των παιδιών ως χαρακτήρων, η ωρίμανσή τους (το πρώτο ραντεβού της Βιολέτας, η αγάπη του Ντας για τα αυτοκίνητα) η ανακάλυψη των σούπερ ικανοτήτων του μικρότερου μέλους της οικογένειας, αποτελούν μερικά μόνο από τα στοιχεία που μας κάνουν να μιλάμε για ένα σενάριο που θα ζήλευε και ταινία ενηλίκων. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από ένα εικοσάλεπτο παρακολούθησης σχεδόν ξεχνάς ότι βλέπεις μια animation ταινία. Έχεις παραδοθεί πλέον ολοκληρωτικά στη μαγεία αυτής της τέχνης, σε έχει καταπιεί το παραμύθι. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι φωνές των ηθοποιών- και κυρίως του Κραιγκ Τ. Νέλσον που αναλαμβάνει το ρόλο του πάτερ φαμίλια. Με μια άρθρωση που κατευθύνεται από το σενάριο ώστε πότε να μας βγάλει το γέλιο (με τη βοήθεια και του μοντάζ) όταν έρχεται αντιμέτωπος με την καθημερινότητα των παιδιών στο σπίτι, πότε να βγαίνει σχεδόν ξεψυχισμένη (οι σκηνές όπου παραδίνεται στην κούραση) και πότε ηρωική όταν αναλαμβάνει να δράσει ως σούπερ ήρωας πια.

Ένα σενάριο καταλαβαίνεις ότι είναι καλογραμμένο από το πώς στήνει τους υποστηρικτικούς ρόλους. Οι κακοί, οι φίλοι της οικογένειας, η παλιά μας γνώριμη η Έντνα, όλοι αυτοί έχουν υπόσταση και ψυχολογικό υπόβαθρο- στα πλαίσια πάντα της ταινίας του είδους που υπηρετεί ο Μπραντ Μπερντ. Μέσω των κακών, επί παραδείγματι, γίνονται κάποια σχόλια που αφορούν στους ανθρώπους που διαχειρίζονται στη δεκαετία μας την πληροφορία και την τεχνολογία εν γένει. Ακόμα κι αν αυτά τα σχόλια γίνονται σε ένα safe πλαίσιο, σε εντυπωσιάζει το γεγονός ότι βρίσκεις τέτοιες αιχμές εδώ.

Από εκείνα τα απολαυστικά φιλμ των Disney/ Pixar όπου μετά το πέρας της προβολής έχουν υλικό για επεξεργασία τόσο τα πιτσιρίκια όσο και οι μεγάλοι. Γι’ αυτό λατρεύουμε τις περισσότερες ταινίες αυτών των στούντιο, διότι δεν φτιάχνουν μονοσήμαντες ταινίες ‘’για παιδιά μέχρι 12 ετών’’, αλλά ταινίες που με το storytelling τους εκπαιδεύουν σε όμορφη αισθητική και φυσικά ψυχαγωγούν άπαντες. Δεν θα ήταν απίθανο, αν βρίσκαμε την εν λόγω ταινία στα επερχόμενα Όσκαρ πέρα από την κατηγορία της animation ταινίας και σε εκείνες του σεναρίου (για όλους τους λόγους που αναλύσαμε πιο πάνω) και του ήχου (άπειρη δουλειά των μπροστάρηδων αλλά και των βοηθών τους με τόσες σκηνές δράσης αλλά και κωμικών ευρημάτων)- όπως είχε συμβεί με την πρώτη ταινία.
*Πριν την έναρξη της ταινίας, προβάλλεται το πολύ γλυκό, επίσης οικογενειακής θεματολογίας- και πιο συγκεκριμένα έχει να κάνει με το λεγόμενο σύνδρομο της άδειας φωλιάς (το αισθάνονται οι γονείς και ιδίως οι μητέρες όταν τα παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι)- μικρού μήκους φιλμ Bao. Μια ιστορία που σε αγγίζει με τις άλλοτε συγκινητικές και άλλοτε χιουμοριστικές εικόνες της, χωρίς να βασίζεται στα λόγια αλλά ακριβώς στις εικόνες και την σπουδαία τέχνη του animation.

Tully, του Πάνου Λιάκου

Έχει κότσια αυτή η Σαρλίζ. Και σε κάθε περίπτωση ακομπλεξάριστη και με όρεξη για εκείνο που λέμε τέχνη της υποκριτικής. Είναι από εκείνες που όχι μόνο δέχονται να τσαλακώσουν το είδωλό τους για χάρη του ρόλου αλλά το επιδιώκουν κιόλας.

tully-charlize-theron

 

Ας μην ξεχνάμε ότι το Όσκαρ της η Σαρλίζ το κέρδισε το 2004 με την ερμηνεία της στην ταινία Monster- όπου είχε εξωτερικώς και εσωτερικώς μετατραπεί σε ένα τέρας. Ο διευθυντής φωτογραφίας εκείνης της ταινίας, Steven Bernstein, μου έλεγε τον προηγούμενο Οκτώβριο στα σεμινάρια που έδινε στη Σύρο το πόσο δύσκολο ήταν για εκείνον να μετατρέψει με τη βοήθεια των φωτισμών του μια από τις πιο όμορφες γυναίκες του πλανήτη, σε μια τερατώδη σίριαλ κίλερ- και με τη δική της επίμονη παρότρυνση, φυσικά. Σάμπως λιγότερη ψυχούλα έβαλε η Σαρλίζ σε ταινίες δράσης όπως το Mad Max και το παραγνωρισμένο Atomic Blonde; Υπηρέτρια της τέχνης και των κανόνων του εκάστοτε είδους.

Στην Tully βρισκόμαστε πάλι ενώπιον μιας μεταμόρφωσης της ηθοποιού. Υποδύεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, μάλλον παραιτημένη, με τάσεις μελαγχολίας και τρία παιδιά- το ένα στα σπάργανα. Η σεναριογράφος Ντιάμπλο Κόντι (Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου το 2008 για την ταινία Juno) έχει σκαρφιστεί έτσι τον πρόλογο της ταινίας ώστε η πρώτη εικόνα που βλέπουμε είναι η κοιλιά της ηρωίδας- μια υπέρβαρη από την εγκυμοσύνη γυναίκα να εισέρχεται στο δωμάτιο του γιου της. Όσο προχωρά η ταινία θα μάθουμε ότι ο γιος της έχει προβλήματα υπερκινητικότητας, είναι σχεδόν αυτιστικός (η ψυχρή αντιμετώπιση αυτών των παιδιών από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στηλιτεύεται μέσα από τον προσεγμένο β’ ρόλο τη διευθύντριας). Με τον ερχομό του καινούριου μωρού η καθημερινότητα θα γίνει πιο αφόρητη για την πρωταγωνίστρια με τον άνδρα της να λείπει πολλές ώρες στη δουλειά και την ίδια να οδηγείται σχεδόν στην τρέλα (επιλόχειος κατάθλιψη προ των πυλών;). Πάνω εκεί αποφασίζει να δεχτεί να προσλάβει την Tully, μια νυχτερινή νταντά για το μωρό (όπως της είχε προτείνει πιεστικά ο αδερφός της) με την οποία σταδιακά θα έρθουν πιο κοντά ενώ στο τελευταίο μέρος σε σκηνικό νοσοκομείου αποκαλύπτεται κάποιο μυστικό που ολοκληρώνει το ψυχογράφημα της κεντρικής ηρωίδας και επιβεβαιώνει κάποιες υποψίες που μας έχουν γεννηθεί.

Καθώς η σεναριογράφος έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με τον υποψήφιο για τέσσερα Όσκαρ σκηνοθέτη Τζέισον Ράιτμαν, βλέπουμε στην Tully ότι η συνεργασία μεταξύ τους βγάζει μια τέτοια αρμονία που σχεδόν ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Παρά το γεγονός ότι είναι από τις ταινίες που παρασύρουν το θεατή περισσότερο με το διάλογο και το μύθο τους, ο Ράιτμαν εδώ εκείνο που είχε να πετύχει (το καταφέρνει, εν τέλει τόσο αυτός όσο και η πρωταγωνίστριά του με τη χαμελαιόντεια ερμηνεία της) ήταν το να μας μεταφέρει την ψευδαίσθηση πως ό, τι συμβαίνει στην ηρωίδα από τη γέννα και μετά είναι απολύτως ρεαλιστικό ενώ στην πραγματικότητα η ψυχοσύνθεσή της είναι περισσότερο διασαλευμένη απ’ όσο νομίζουμε.

Η Ντιάμπλο Κόντι έχει προσέξει πολύ στο πώς να μας μεταφέρει τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη λεχώνα και τη νυχτερινή νταντά. Μια νεαρή γυναίκα με τη μορφή της Μακένζι Ντέιβις (πολύ καλή η χημεία με τη Σαρλίζ, φαντάζομαι θα έπεσαν άπειρες πρόβες), από εκείνες τις σύγχρονες νταντάδες, τις σπουδαγμένες και με επαναστατικό τρόπο σκέψης. Καθότι είναι ένα φιλμ που δεν επιδιώκει τη σοβαροφάνεια, το χάσμα των γενεών όπως επίσης και η υπολανθάνουσα ομοφυλοφιλία μεταξύ των δύο γυναικών δίδονται με αρκετό χιούμορ- αρκεί κανείς να δει σκηνές όπως εκείνη όπου η νταντά καταφτάνει τη στιγμή όπου η μητέρα παρακολουθεί στην τηλεόραση ένα reality show για τη ζωή των ζιγκολό ή εκείνη όπου η Tully μεταμορφώνεται στη νεανική φαντασίωση του πάτερ φαμίλια. Σαν θέατρο του παραλόγου.

Από την άλλη, η δουλειά που έχει γίνει στους υποστηρικτικούς ανδρικούς χαρακτήρες δεν ενθουσιάζει (πιθανόν διότι συνειδητά το σενάριο δίνει βάση περισσότερο στους γυναικείους χαρακτήρες) . Σύζυγος και αδερφός της ηρωίδας παρουσιάζονται πιο αδρά σχεδιασμένοι- εύκολα φεμινιστικά σχόλια μπορούν να προκύψουν από αυτούς- και δίχως μεγάλες σκηνές που να τους ολοκληρώνουν. Παρόλα αυτά οι σκηνές στην κρεβατοκάμαρα με το Ρον Λίβινγκστον αιχμαλωτίζουν κάτι από την καθημερινότητα των σημερινών ζευγαριών, την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, με τον καθένα καθηλωμένο μπροστά από τη δική του οθόνη, τη δική του κοσμάρα.

Εν ολίγοις, και μόνο το όνομα της σεναριογράφου είναι ικανό να προετοιμάσει το θεατή ότι δεν θα δει μια απολύτως συμβατική ταινία σχετικά με τη μητρότητα ενώ δεν γίνεται να μη θαυμάσει τη βουτιά που επιχειρεί να κάνει η Σαρλίζ Θερόν (η γενναιότητα της οποίας δεν είναι απίθανο να τραβήξει την προσοχή της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, είτε βρεθεί τελικά η Θερόν με υποψηφιότητα είτε όχι) στον ψυχολογικό κόσμο μιας τέτοιας μητέρας.

Η προσβολή, του Πάνου Λιάκου

Βρισκόμαστε μετά το τριήμερο του Πάσχα, εδώ και μερικές εβδομάδες τα πράγματα είναι ανησυχητικά ως προς τα εισιτήρια που κόβονται στις ελληνικές αίθουσες και όλοι αναρωτιόμαστε πού θα φθάσει η κατρακύλα- με το καλοκαίρι να είναι κιόλας προ των πυλών και με τα ταμεία να ψυχανεμιζόμαστε ότι μια ανάσα θα πάρουν αυστηρώς και μόνο από ταινίες όπως το επερχόμενο Avengers.

Η προσβολή, του Πάνου Λιάκου

 

Κι όμως, όλο και βγαίνουν πραγματικά ενδιαφέρουσες ταινίες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για αυτή την εβδομάδα είναι το δικαστικό δράμα από το Λίβανο με την υπογραφή του Ζιάντ Ντουεϊρί, Η προσβολή. Είναι και η ταινία που εκπροσώπησε τη χώρα φέτος- για πρώτη φορά στην ιστορία της- στην πεντάδα για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Ας μιλήσουμε λίγο για τον μύθο της ταινίας όπου κάτω από το δικαστικό δράμα και τις προσωπικές διαφορές των δύο ηρώων κρύβονται σκληρές αλήθειες για τα τραύματα που άφησε η πρόσφατη ιστορία της χώρας επάνω στους ήρωες (περνώντας έτσι πλέον στο είδος του πολιτικού δράματος)- έτσι αιτιολογούνται οι περισσότερες συμπεριφορές και διαξιφισμοί τους. Από τη μία ένας χριστιανός Λιβανέζος και από την άλλη ένας παλαιστίνιος πρόσφυγας. Φανατισμένοι και οι δύο. Ο χριστιανός ακόμη και μέσα στο συνεργείο αυτοκινήτων που έχει ακούει τους λόγους μίσους του χριστιανικού κόμματος.

Ποια η αιτία της δικαστικής διαμάχης τους; Ο παλαιστίνιος εργοδηγός επιδιορθώνει μια παρανομία στην υδρορροή του χριστιανού και όταν αυτός την τσακίζει, τότε ο εργοδηγός θα του πει κάτι που θα τον προσβάλλει. Έπειτα από αρκετές διαπραγματεύσεις και κάποιους πολύ καλούς δευτερεύοντες χαρακτήρες που γνωρίζουμε (βλέπε ο ανώτερος του παλαιστίνιου στη δουλειά) η υπόθεση καταλήγει στο δικαστήριο.

Παρότι δεν είναι από εκείνες τις ταινίες που θα τις ονομάζαμε μεγάλες (με την έννοια της σπουδαιότητας), εντούτοις Η προσβολή διαπραγματεύεται ζητήματα καθολικά όπως ο θρησκευτικός φανατισμός και οι πληγές που αφήνουν πίσω τους οι Εμφύλιοι Πόλεμοι. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας είναι ότι οδηγεί το θεατή στον πυρήνα της σταδιακά με τα ξαφνιάσματα (αυτά που λέμε plot twists) να είναι συχνά. Πέραν του ότι κατά αυτό τον τρόπο δίνεται η ευκαιρία στους νεότερους των θεατών να ανατρέξουν ΜΕΤΆ το πέρας της προβολής και να ενημερωθούν περαιτέρω περί του τι εστί παλαιστινιακό ζήτημα, ποιος ήταν ο Αριέλ Σαρόν και ούτω καθεξής (διότι εδώ είναι σινεμά και όχι διπλωματική εργασία στην ιστορία), έρχονται επίσης σε μια επαφή με το σινεμά του Λιβάνου (είδαμε φέτος άλλη μια δυνατή ταινία από εκεί, το Foxtrot) και- το βασικότερο- με μερικές πολύ δυνατές ερμηνείες.

Διότι ναι μεν στις σκηνές στο δικαστήριο αισθάνεσαι ότι η κάμερα θα μπορούσε να είναι κάπως πιο νευρώδης, η δε μουσική να μην είναι τόσο εμπνευσμένη πια ώστε να κατευθύνει συναισθήματα αλλά όλο το ζουμί σε αυτή την ταινία κρύβεται στο μύθο της και πώς τον ερμηνεύουν οι ηθοποιοί- από το λόγο και το πώς εκφέρεται, από τα βλέμματα ακόμη, ναι, προκύπτουν συναισθήματα. Το χριστιανό υποδύεται ο Αντέλ Καράμ που καταφέρνει να μας δείξει τόσο το σκληρό πρόσωπο του χαρακτήρα του, τα συμπλέγματά του, τα τραύματά του και εν τέλει κάποια σημάδια αλλαγής στην τελευταία πράξη της ταινίας (η σκηνή με το χαλασμένο αυτοκίνητο ή το τελευταίο βλέμμα του). Από την άλλη είναι ο Καμέλ Ελ Μπασά που στο προηγούμενο φεστιβάλ Βενετίας τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Εδώ έχουμε μια απίστευτη λιτότητα στα εκφραστικά μέσα, ακόμη και στις σκηνές του θυμού, σαν να κουβαλάει αυτός ο μαγκωμένος άνθρωπος επάνω του όλη την πίκρα και τα βιώματα της προσφυγιάς. Είναι δυο- τρία γκρο πλαν που του κάνει ο Ντουεϊρί (ειδικότερα στο πρώτο μέρος που σου εντυπώνονται αμέσως στη μνήμη).

Υπάρχουν, όμως, και γυναικείοι ρόλοι στο φιλμ που εξετάζουμε. Θα θέλαμε να επισημάνουμε τη Ρίτα Χάγιεκ σαν γυναίκα του χριστιανού- ρόλος που έχει στοιχεία τραγικά, ξεκινάει από την συζυγική τρυφερότητα ενώ κάποια στιγμή θα αμφισβητήσει το σύζυγό της- διότι όταν μια γυναίκα γίνεται μητέρα τότε το κέντρο βάρους της μετατοπίζεται. Ίσως, από την άλλη, για τη γυναίκα του παλαιστίνιου (Κριστίν Τσουεϊρί) να χρειάζονταν μια-δυο σκηνές παραπάνω για να έπαιζαν οι δύο γυναίκες κατά αυτόν τον τρόπο επί ίσοις όροις. Τρίτο θηλυκό του έργου που χρίζει επισήμανσης είναι η Ντιαμάντ Μπου Αμπούντ στο ρόλο της δικηγόρου του παλαιστίνιου. Από τους πιο αβανταδόρικους ρόλους της ταινίας (ιδιαίτερα στη σχέση της με τον συνήγορο του χριστιανού κρύβεται ένα από τα μεγαλύτερα Ααα! που θα αναφωνήσετε κατά η διάρκεια της προβολής), μπορεί να υποστηρίξει και με το αυστηρό παρουσιαστικό της αυτό το δυναμικό ρόλο.

Από τις ταινίες που μπορεί να μη θυμάσαι έντονα μετά από κάποια χρόνια αλλά παρόλα αυτά καταφέρνουν κάτι ουσιαστικό: να περάσουν μέσω της δραματουργίας από την προσωπική σύγκρουση των ηρώων σε ζητήματα, πληγές και κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας- εν προκειμένω του Λιβάνου.

Ready Player One, του Πάνου Λιάκου

Δεύτερη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ που βλέπουμε μέσα στο 2018, το Ready Player One κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση από το περισσότερο πολιτικό The Post.

ready player one

Ο αγαπημένος παραμυθάς του Χόλυγουντ επιστρέφει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας- μέσα από το οποίο καθιερώθηκε στη συνείδηση των κινηματογραφόφιλων- προσπαθώντας βέβαια αυτή τη φορά να προσεγγίσει το ύφος του σύγχρονου blockbuster.

Εάν ανατρέξετε σε οποιαδήποτε Ιστορία του Κινηματογράφου θα διαπιστώσετε ότι ο όρος blockbuster πήρε την πλήρη του διάσταση το 1975 όταν χρησιμοποιήθηκε για να περιγραφεί η επιτυχία των Σαγονιών του καρχαρία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Από τότε χρησιμοποιείται ως όρος για τις υπερπαραγωγές που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία στο box-office ενώ αποτελούν ένα ξεχωριστό είδος στο οποίο τα μεγάλα στούντιο ποντάρουν πολλά. Κι αν το blockbuster του Σπίλμπεργκ κατάφερνε να προσφέρει τόσο ενδιαφέροντες χαρακτήρες, σκέψεις που κουβαλούσες μαζί σου και μετά την προβολή όσο και υπερθέαμα (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οι Στενές επαφές τρίτου τύπου-1977), το είδος από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα έχει να επιδείξει κυρίως επιτεύγματα στα οπτικοακουστικά εφέ που στις περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχούν δίχως να υποστηρίζονται από την κατάλληλη πλοκή- προσφέροντας παρόλα αυτά διασκεδαστικές στιγμές.

Με το Ready Player One ο Σπίλμπεργκ απομακρύνεται από τον παλιό (blockbuster) εαυτό του. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε βιβλίο του Έρνεστ Κλάιν που αφορά στην ψηφιακή πραγματικότητα, βρίθει αναφορών στην ποπ κουλτούρα των 80’s- δεκαετία όπου σηματοδοτεί και την απαρχή της φρενίτιδας γύρω από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τις κονσόλες- και στοχεύει περισσότερο στη διασκέδαση μέσω των σκηνών δράσης και των εφέ παρά στην ανάπτυξη χαρακτήρων ή σε βαρύγδουπα μηνύματα σχετικά με τον ψηφιακό κόσμο. Όχι ότι λείπουν εντελώς, απλώς δεν φωνάζουν την παρουσία τους, προκύπτουν μέσω της πλοκής (το γεγονός παραδείγματος χάριν ότι η κοπέλα της ιστορίας ντρέπεται να συναντηθεί με τον κεντρικό ήρωα εκτός παιχνιδιού, προτιμώντας αρχικά να μείνει κρυμμένη πίσω από το avatar της). Η ευφάνταστη ιστορία του Ready Player One τοποθετείται σε ένα δυστοπικό 2045 όπου οι πολίτες βρίσκουν διέξοδο στην ηλεκτρονική πραγματικότητα και σε πλατφόρμες όπως το OASIS. Ο δημιουργός της πετυχημένης αυτής πλατφόρμας έχει πεθάνει αφήνοντας όμως πίσω του στοιχεία για ένα παιχνίδι στο οποίο ο νικητής θα γίνει ο απόλυτος άρχοντας του OASIS. O κεντρικός ήρωας (Τάι Σέρινταν) του φιλμ καταφέρνει να βρει κάποια κλειδιά αλλά παράλληλα έχει να αντιμετωπίσει και τους παίκτες μιας αντίπαλης εταιρείας που επιζητά την κυριαρχία.

Καθώς δεν έχουμε να πούμε πολλά πράγματα γύρω από τους χαρακτήρες και τη μανιχαϊστική σύγκρουση (καλό-κακό), αξίζει να σταθούμε στο πώς ακριβώς ο Στίβεν Σπίλμπεργκ διαχειρίζεται μια ταινία που βασίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στα οπτικά εφέ της. Καθότι είναι ένας από τους κορυφαίους story-tellers στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου, καταφέρνει να σκηνοθετήσει τα εφέ αλλά και τη σκηνογραφία του με τέτοιο τρόπο που σε καμία των περιπτώσεων δεν προσιδιάζει στο σινεμά των άσχετων εκρήξεων του Μάικλ Μπέι ή στις χλαπάτσες της Marvel προσφέροντας πολλές στιγμές που η δράση μας έχει στην τσίτα (οι αγώνες ταχύτητας στο πρώτο μέρος του φιλμ) και άλλες- όπως η εναρκτήρια σεκάνς- όπου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα δίνεται το στίγμα του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Φυσικά δεν γίνεται κανείς να προσπεράσει την μεγάλη σκηνή όπου στα πλαίσια του ηλεκτρονικού παιχνιδιού οι ήρωες βουτούν μέσα στο σύμπαν της Λάμψης του Κιούμπρικ. Θα πρέπει να την καταχάρηκαν αυτή τη στιγμή τόσο όσοι δούλεψαν στην ταινία αλλά πάνω απ’ όλα θα ενθουσιαστούν όσοι τη δουν.

Δεν είναι ένα έργο ζωής, μην τρελαθούμε. Το Ready Player Oneακόμη κι αν το τελευταίο μέρος του ήθελε συμμάζεμα στο μοντάζ- είναι πάνω απ’ όλα μια διασκεδαστική σύγχρονη blockbuster ταινία με την οποία περνάς υπέροχα κατά τη διάρκεια της προβολής-πολλώ δε μάλλον αν είσαι νοσταλγός της δεκαετίας του ’80.