Ο δικός μου Άϊ Βασίλης, της Μαρίας Συροπούλου

Αποφάσισα συνειδητά να πιστεύω στον Αι Βασίλη. Τώρα πώς έγινε αυτό, δεν έχω καταλάβει. Το ήξερα κι από μικρή, πως δεν υπήρχε και σίγουρα δεν έχω λάβει ποτέ δώρο του. Είχα γονείς πρωτοποριακούς, που θέλανε μόνο αλήθειες για τα παιδιά τους.

Όταν μεγάλωσα έπλασα έναν με τη φαντασία μου. Είναι πολύ διαφορετικός από τον λαμπερό τύπο που κυκλοφορεί ελεύθερος αυτές τις μέρες σε ζωγραφιές, σε στολίδια ή σκαρφαλώνει σε μπαλκόνια.
Τον έντυσα με μάλλινα τριμμένα ρούχα, όχι σε λαμπερό μα σε φυσικό σκούρο κόκκινο και είναι χωρίς ροζ μαγουλάκια. Στα λευκό μαλλιά και γένια δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Ακόμα δε με νοιάζει το δώρο που θα μου φέρει. Ας μη φέρει και τίποτα. Το καλύτερο, ας μου έχει φτιάξει κάτι με τα χέρια του που πολύ θα απέχει σε από όλα κείνα που πουλιούνται. Ας είναι από ακατέργαστο, αγυάλιστο ξύλο, θα είναι όμως για μένα φτιαγμένο. ´Η μπορεί και κάτι απλό, απλούστατο, πχ κάστανα από αγριοκαστανιές που περνάει στο δρόμο που έρχεται. Ας είναι και κάτι που θα χει γράψει ή θα ‘χει σκεφτεί με αφορμή τη συνάντησή μας. Ο,τι και να ναι, αρκεί να ρθει. Να ξέρω να τον περιμένω με αχνιστό καφέ να τα πούμε.

Ο δικός μου, που θα έρχεται πραγματικά από την Καισάρεια, θα χει και ιστορίες να διηγηθεί από χαμένες πατρίδες. Και μου αρέσουν αυτές οι ιστορίες. ´Οταν τις διηγείται κάποιος είναι πολύχρωμες.´Οταν τις διαβάζεις από βιβλίο, φωτίζονται πιο αχνά πίσω από γκριζόμαυρα γράμματα.

Εξάλλου, αν για χρόνια ολάκερα μπαίνεις σε σπίτια ανθρώπων, έχεις δει πολλά, ξέρεις πολλά. Απ´ έξω δε φαίνονται εύκολα, κρύβονται από τα βερνίκια των ανθρώπων, αλλά μια ματιά να ρίξεις μέσα στα σπίτια, καταλαβαίνεις.

Ακόμα, αν τόσα χρόνια τριγυρνάς, θα χεις ζήσει πολλά γυρίσματα εποχών. Θα ξέρει να μου πει, αν αλλάζουν οι άνθρωποι ή μένουν ίδιοι στο δικό τους προσωπικό χρόνο, αλλά και στην αλυσίδα του χρόνου, στους αιώνες.

Θέλω να τον ρωτήσω και τόσες λεπτομέρειες … Πώς είναι όταν πας κάπου κι όλοι σε προσμένουν; Και να κσταλήξουμε μαζί, πώς να είναι άραγε, όταν κανείς δε σε περιμένει. Πώς είναι όταν σ´ αγαπούν τα παιδιά; Κι εκείνος θα γνωρίζει, αν υπάρχει χώρος γι αγάπη στις δυτικές κοινωνίες μας ή αν είναι πια ενα σπάνιο φαινόμενο και βαφτίζουν έτσι τις διάφορες ψευδοαγάπες. Αν οι άνθρωποι αγάπης σαν εκείνον είναι οι εξαιρέσεις και στα μυαλά των περισσότερων, ζούνε στα περιθώρια της ζωής.

Μόνο που δεν ξέρω πότε ή αν θα αποφασίσει να έρθει. Αυτός δεν είναι, όμως, λόγος να μην τον περιμένω.
´Οποιος έχει αποκλείσει τελείως την πιθανότητα, καταντάει εγκλωβισμένος στις βεβαιότητες. Θα ήθελα να δοκιμάσω να παραμένει πάντα μια μικρή έστω ελπίδα φαντασίας, που θα ελευθερώνει από τα βαρίδια της σκέψης.

Αν κάποιος ρωτήσει, αν κάτι είναι υπαρκτό ή αποκύημα της φαντασίας, έτσι κι αλλιώς ανασύρει το πάγιο ερώτημα “αν τα πράγματα ανακαλύπτονται ή επινοούνται κι ακόμα βαθύτερα ποιά είναι η θέση μας στην ιεραρχία. Δημιουργήματα ή δημιουργοί”.

Όπως κάθε χρόνο παραμονή θα λαγοκοιμάμαι, θα αφήσω κούτσουρα στο τζάκι και καφετιέρα αναμμένη…

Published by

Prev Επιχείρηση διάσωσης του όστρακου ναυτίλος
Next Θέλω, μπορείς;, της Τζίνας Δαβιλά

One Comment

  1. πολύ όμορφο κείμενο, Μαρία, καλή χρονιά σε σένα και στους αγαπημένους σου!

Για προστασία της εργασίας μας, έχουμε απενεργοποιήση το δεξί κλικ! Αν επιθυμείτε να μοιραστείτε το περιεχόμενό μας, χρησιμοποιείστε τα κουμπιά κοινοποίησης.