Your world of Wordpress Themes, Wordpress Templates by WpDance

Home » art-flust » Wonder Wheel, του Πάνου Λιάκου

Wonder Wheel, του Πάνου Λιάκου

Πάνος Λιάκος Δεκ 07,2017 0 Σχόλια

Ας το παραδεχθούμε. Είναι από τα ραντεβού που περιμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία. Κάτι σαν τις ετήσιες μαζώξεις με τους παλιόφιλους από το σχολείο ή τις συναντήσεις με δασκάλους και άτομα που μας καθόρισαν. Ένας δάσκαλος είναι και ο Γούντι Άλεν. Επέστρεψε με δραματική ταινία, το Wonder Wheel, που κουβαλά άρωμα από τη δεκαετία του ’50 ενώ ο μύθος μοιάζει να επηρεάζεται απευθείας από τα θεατρικά έργα των Τένεσι Ουίλιαμς και Ευγενίου Ο’ Νηλ.

wonder wheel

Την αφήγηση αναλαμβάνει ο Τζάστιν Τιμπερλέικ, ένας φέρελπις θεατρικός συγγραφέας που με το ξεκίνημα κιόλας του φιλμ θα μας δηλώσει ότι πρόκειται για ιστορία που τα μελοδραματικά στοιχεία δεν θα της λείψουν. Φτιάχνει τύπο επάνω στο πρόσωπό του ο Γούντι Άλεν. Είναι εκείνος ο ρομαντικός συγγραφέας που μπερδεύει την πραγματικότητα με το χαρτί, πιστεύει στον κεραυνοβόλο έρωτα και προς το παρόν δεν έχει υλοποιήσει τα όνειρά του παρά εργάζεται ως ναυαγοσώστης στο Κόνεϊ Άιλαντ. Δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο Τιμπερλέικ είναι ο μεγάλος ηθοποιός, όμως ο δαιμόνιος Άλεν τον χρησιμοποιεί εδώ για να πάρει εμπρός το ερωτικό κομμάτι της ιστορίας μας καθώς το πάθος που θα νιώσει γι’ αυτόν η κεντρική ηρωίδα- ερμηνευμένη από την Κέιτ Γουίνσλετ- θα οδηγήσει σε ένα φινάλε που θα αναγορεύσει τους πάντες σε τραγικά πρόσωπα.
Ερχόμαστε στην Κέιτ Γουίνσλετ. Υποδύεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα- η φυσική ηλικία της ηθοποιού- που έχει ήδη παρατήσει τον πρώτο της άντρα (κατηγορεί τον εαυτό της γι’ αυτό) και μαζί με τον πυρομανή πιτσιρικά γιο της (δίνουν γέλιο κάποιες από τις σκηνές του) μένουν με τον Χάμπτυ, έναν πρώην(;) αλκοολικό που δουλεύει στο λούνα παρκ ακριβώς δίπλα από το σπίτι τους. Τζιμ Μπελούσι εντελώς ταιριαστός σε αυτό το ρόλο. Η όποια οικογενειακή τους ηρεμία θα ανατραπεί με την άφιξη της άσωτης κόρης του Χάμπτυ (από προηγούμενο γάμο, κουκλίτσα την κάνει η ενδυματολόγος Σούζι Μπένζιγκερ τη Τζούνο Τεμπλ) που το έχει μόλις σκάσει από τον γκάνγκστερ σύζυγό της. Και καθώς ο Χάμπτυ θα αφοσιωθεί προοδευτικά στην κόρη, η Γουίνσλετ θα γνωριστεί με το ναυαγοσώστη και θα αρχίσει να ονειροπολεί. Να την πάρει να φύγουνε μακριά, θα σκέφτεται, αυτός να γράφει θεατρικά που θα γίνουν κλασικά και εκείνη να είναι η πρωταγωνίστριά του- διότι συν τοις άλλοις είχε όνειρο ζωής να γίνει μεγάλη θεατρίνα. Όπως σε όλες τις μεγάλες τραγωδίες, βέβαια, έτσι και στις ταινίες αυτού του μάγου της γλώσσας (σεναριακής τε και σκηνοθετικής), η Μοίρα θα στήσει εμπόδια και θα περιπλέξει τα πράγματα μιας και θα κάνει το ναυαγοσώστη να αναπτύξει σχεδόν παράλληλα αισθήματα και για την κόρη του πρώην αλκοολικού. Και μέχρι το φινάλε θα έχουν τεθεί και ηθικά ερωτήματα σαν κι αυτά που συναντήσαμε στο Απιστίες και Αμαρτίες ή στο Match Point.

Το Wonder Wheel δεν είναι το απόλυτο αριστούργημα του Άλεν- αν και σίγουρα αφήνει το αποτύπωμά του πιο βαθύ από το περσινό Café Society. Είναι όμως από εκείνες τις παλιομοδίτικες ταινίες που γουστάρεις να βλέπεις πολύ απλά γιατί ο σεναριογράφος της (από το γράψιμο ξεκινούν όλα) ξέρει να φτιάχνει χαρακτήρες, υπόθεση, ατμόσφαιρα. Διακρίνεις τους πρώτους από τους δεύτερους ρόλους, διακρίνεις τις πράξεις, τον επίλογο και κυρίως απολαμβάνεις τις στιχομυθίες- κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με το σινεμά που βλέπουμε τα τελευταία δέκα χρόνια. Ίσως να φταίνε και οι φιλολογικές καταβολές του υπογράφοντος, αλλά δεν γίνεται να μη σταθούμε για ακόμη μια φορά στον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα ο Γούντι Άλεν. Θα δώσουμε ένα μικρό μόνο παράδειγμα της δραματουργικής ευφυΐας του (από αυτή την ταινία φυσικά). Σε κάποια σκηνή το παιδί ρωτά τη μητέρα του : «Μαμά, τι είναι υποθετικός λόγος;». Και τη βάζει το θηρίο να απαντά ακριβώς με υποθετικό λόγο : «Αν πήγαινες σχολείο, θα ήξερες».

Για να μην λέμε ότι ο Γούντι κινείται στα ίδια και τα ίδια. Εδώ τον βοηθάει στο κάτι παραπάνω η φωτογραφία του Βιτόριο Στοράρο (του καλάρεσε φαίνεται η συνεργασία τους από την αμέσως προηγούμενη ταινία και διαβάζουμε θα συνεργαστούν και στην ταινία του 2018) που αναλαμβάνει από τα πρώτα κιόλας πλάνα να φωτίσει τα πάντα σαν να είμαστε σε σκηνή θεάτρου (κάνει εδώ παιχνίδι και η σκηνογράφος «δίνοντας» μας να καταλάβουμε ακόμη περισσότερο τις καταβολές του έργου)- δίχως όμως η αφήγηση να χάνει την κινηματογραφικότητα της. Ειδικότερα οι σκηνές στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού με αυτές τις εναλλαγές του κόκκινου και του μπλε χρώματος, κόβουν την ανάσα. Να δούμε αν θα είναι υποψήφιος στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας. Πολλά τα ερωτήματα και περί Κέιτ Γουίνσλετ. Είναι, πράγματι, δυνατή η ερμηνεία της αλλά κινείται (ειδικά στο τελευταίο μέρος) στα μονοπάτια της Θλιμμένης Τζάσμιν της Μπλάνσετ, οπότε και να είναι υποψήφια μάλλον δύσκολο να πετύχει τη νίκη.

Πάνος Λιάκος
Γεννήθηκε την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα του 1995. Από μικρό παιδί χωμένος μέσα στα λογοτεχνικά βιβλία και τον κινηματογράφο (εξ’ου και μύωψ). Στα τέλη του δημοτικού, αποφάσισε να καταφύγει μoνίμως στο μαγικό κόσμο των εικόνων. Οι πρώτες ταινίες που βλέπει και μαγεύεται είναι ο ‘’Λαβύρινθος του Πάνα’’, το ‘’Sweeney Todd’’ του Τιμ Μπάρτον (αν και δεν τα πάει καλά με τα μιούζικαλ αυτό το λάτρεψε) και το ‘’8 ½’’ του Φεντερίκο Φελίνι. Σπουδάζει Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου αλλά στην πραγματικότητα τον περισσότερο χρόνο του τον αφιερώνει για να μελετά μόνος του φιλμογραφίες σκηνοθετών, κινηματογραφικά κινήματα και τώρα τελευταία να παρακολουθεί και δημοσιογραφικές προβολές καινούριων ταινιών
Πάνος Λιάκος

Add To TwiiterRetweet This Post item information on FacebookShare This Stumble ThisStumbleUpon This Digg ThisDigg This Add To Del.icio.usBookmark This
Google+